Ένα καλοκαίρι εθεάθη ο CineStef να κυκλοφορεί στο λιμάνι των Χανίων με δυο λεπτές και ψηλές καλλονές. Η μια κατάξανθη πρασινομάτα και η άλλη μελαχρινή καστανομάτα.
Αγκαζέ κυκλοφορήσαν στο παλιό λιμάνι. Έκαναν την προμενάντ τους στον Φάρο. Ήπιαν τα σφηνάκια τους σε μπαράκι. Ήπιαν κι άλλα σφηνάκια σε γνωστό καφέ. Η ξανθιά ακούστικε να λέει «Ja! Ja!» και «smogasborg». Η μελαχρινή έλεγε κάτι τύπου, «Si, si, mi querido Esteban. Yo adoro su isla hermosa».
Κι ο Esteban, εμμμ... ο CineStef, χαμογελούσε και κερνούσε αβέρτα κουβέρτα. Τα inquiring eyes όμως τον είδαν. Και σε ταχύτητα φωτός κυκλοφόρησε η βρόμα τύπου «πάει, χάλασε το παιδί. Έγινε κι αυτό ένα καμάκι του λιμανιού. Ψώνισε τις τουρίστριες και σίγουρα θα τις ‘ντούρντισε’ και τις δυο».
Την επόμενη μέρα πήγε ο CineStef να πιει τον καφέ του μοναχούλης με το ημερολόγιο του και την πέννα του αλα μπρατσέτα. Πριν πάρει την πρώτη γουλιά, διαπίστωσε ότι ο περίγυρος τον κοίταζε με πονηριά στο βλέμμα.
«Γεια σου, ρε μάγκααααααα! Που τις βρήκες ρε σύντεκνε; Γιάντα δε τζη φερες εδώ;»
Ήταν η συνηθισμένη κουτσομπολιοπαρέα αρσενικών του καφέ.
«Αφήστε με! Αφήστε με! Είμαι εξαντλημένος,» απάντησε ο ακόμα με την τσίμπλα στο μάτι CineStef.
Τα παιδιά σεβάστηκαν την επιθυμία του. Του κέρασαν όμως τον καφέ. Τους ευχαρίστησε και συνέχισε το γράψιμο.
Τι να τους έλεγε δηλαδή; Ότι είχε βγάλει βόλτα τη θεία του και την κολλητή της γιατί είχαν μουχλιάσει στο σπίτι και τις παρακάλεσε να κάνουν μια βόλτα στο λιμάνι να πάρουν αέρα και ίσως να τις δει και κάνα πιπίνι και δουν μια άσπρη μέρα;
Ε ΠΟΤΕ!!!
ΥΓ: Τώρα ο CineStef θυμήθηκε κι άλλη μια τρέλα που έκανε σε ένα κλαμπάκι των Χανίων, αλλά δεν θα την εξιστορήσει διότι θα τον κράξει το σύμπαν και όλα τα σύμπαντα του σύμπαντος. Το μόνο που θα πει είναι ότι μετά από 2 ποτήρια κρασί, 2 τζιν τόνικ και 12 σφηνάκια κίγουι, το επόμενο πρωί ξύπνησε μια χαρά. Σαν να είχε πιει το γάλα του και να είχε κοιμηθεί νωρίς.