14 Φλεβάρη σήμερα και ο Καθολικός κόσμος εορτάζει τον αγαπητό άγιο! Ο καπιταλιστικός κόσμος εορτάζει το πορτοφόλι, τις πιστωτικές και το όποιο αντικείμενο του πόθου του. Δεν θα το αναλύσω... τα ξέρουμε αυτά.
Θυμάμαι μικρός στο σχολείο στο εξωτερικό που αγοράζαμε διάφορες καρτούλες και καρδούλες που έγραφαν "Βe my Valentine", "I love you" και τα λοιπά ζαχαροειδή που εκφράζουμε αυτή τη μέρα.
Ποτέ δεν μπορούσα να το καταλάβω αυτό. Δεν ξέραμε γιατί το κάναμε στα 9 ή στα 10 μας χρόνια. Ίσως γιατί με το ντε και καλά κάποιοι ήθελαν να μας εγκεφαλοπλύσουν ότι επιβάλλεται να είσαι ερωτευμένος και να έχεις κάποιον/α ερωτευμένο/η μαζί σου. [Λες και σ'αυτή την ηλικία, θα έβγαινες ραντεβού και θα έκανες παθιασμένο σεξέρωτα με το ταίρι σου.] Ένυγουεη...
Στην εφηβεία όμως, αυτά άλλαξαν. Δεν χρειαζόταν οι καρτούλες και τα λοιπά cupidοειδή. Ήδη είχες κάποιο φλερτ ή κάποια συμπάθεια, κι αν ήσουν ένα από τα ανήσυχα πνεύματα [σώματα] και τυχερός/η μπορεί και να έκανες σεξέρωτα μετά από κάνα ραντεβουδάκι... Άντε ένα απλό, ζουμερό μπαλαμούτιασμα στο σινεμά ή πίσω από τις κερκίδες στο γήπεδο.
Όπως και νά'ναι... όλες οι αφορμές εορτής είναι καλοδεχούμενες!
Γι αυτό κι εγώ θα ευχηθώ αν είσαι ερωτευμένος/η με:
το ταίρι σου
το φλερτ σου
τον/την σύζυγο σου
τον Μικ Τζάγκερ
τη σοκολάτα [κατα προτίμηση ΙΟΝ Αμυγδάλου]
τον σκύλο σου
τη γάτα σου
το iPhone σου
ή με οτιδήποτε σου κάνει τη ραχοκοκκαλιά να δονείται ηδονικά...
να το γιορτάζεις με όποιο τρόπο αγαπάς.
Εγώ προσωπικά δεν προτιμώ τη Γιορτή των Ερωτευμένων της 14ης του Φλεβάρη.
Προτιμώ τη Γιορτή των Αγαπημένων των 1ης Γενάρη με 31ης Δεκέμβρη.
Come by and if I am not here, I will probably be chasing pirates and singing opera!
Showing posts with label αναμνήσεις. Show all posts
Showing posts with label αναμνήσεις. Show all posts
Thursday, 14 February 2013
Του Αγίου Βαλεντίνου ανήμερα
Labels / Λεϊμπέλια:
Agape,
In Love,
Lifestyle,
Wise words,
αναμνήσεις,
Άνθρωπος,
Έρωτες,
Λουλούδια,
Ο Θεός ας βάλει το Χέρι Του
Sunday, 10 October 2010
ΓΙΑ ΟΛΑ ΦΤΑΙΕΙ Ο ΠΛΑΘΙΝΤΟ
![]() |
| Θέατρο Ηρώδου Αττικού, Αθήνα |
Ήταν μια καυτή νύχτα του Ιούλη...
Λάθος...
ΕΙΝΑΙ μια καυτή νύχτα του Ιούλη.
Ο ιδρώτας ρέει αλύπητα κι η θερμοκρασία θυμίζει μεσημέρι στην Πανεπιστημίου.
Πριν από λίγο, ένα Ρόκυ Παρφέ από την Χαρά στα Πατήσια βρήκε καταφύγιο στη ζεστασιά της κοιλίτσας μου. Τώρα ετοιμάζεται να αποθηκευτεί στα λιποκύτταρά μου για τα επόμενα δέκα χρόνια. Το Ρόκυ, η μοναδική μου παρηγοριά μετά από την αποψινή βραδιά, ήταν το μόνο που μπόρεσε να φέρει το νευρικό μου σύστημα πίσω στην αρχική του κατάσταση.
Και για όλα φταίει ο Πλάθιντο.
Ας αρχίσω από την αρχή, αν μου το επιτρέπετε (κι ασφαλώς μου επιτρέπεται, διότι δεν είστε εδώ για να με αποτρέψετε).
Εξαιτίας του, λοιπόν, όλες οι κεντρικές αρτηρίες τις πόλης, βλέπετε Σταδίου, Βασιλίσσης Σοφίας, Φιλελλήνων και Συγγρού, έγιναν μια απέραντη αυτοκινητοθάλασσα. Με βήμα σημειωτόν, προσπάθησα να φτάσω όσο πιο κοντά στο αρχαίο θέατρο του Ηρώδου του Αττικού (και να παρκάρω κιόλας) για να πάω να απολαύσω τον Πλάθιντο που θα ερμήνευε κάποια θεϊκά άσματα τον μελοποιών του προ-περασμένου αιώνα.
Στην Αψίδα του Αδριανού, που φαίνεται να αιωρείται στο κενό, απόρησα πώς αυτό το πράγμα στέκεται ακόμα μετά από τον τελευταίο σεισμό. Αλλά εκτρέπομαι εκτός θέματος. Κοινώς, άσχετο!
Και φτάνω στο Ηρώδειο.
Έφτασε και το Πάνθεον τον θνητών θεών της Αθήνας. Πολιτικοί, κάποιοι βουλευτές, κάποιοι καλλιτέχνες (τέλος πάντων)... με τις συζύγους [!] τους οι περισσότεροι. Πείτε μου τώρα... Αυτοί πήγαν μέσα στη ζέστη του Ιούλη κάτω στην Σταδίου να στηθούν στην ουρά για να πάρουν εισιτήρια; Σίγουρα, λέγω! Γιατί έτσι έκαναν μερικοί από εμάς τους καρα-θνητούς μόνο και μόνο για να γυρίσει κάποια ξινή κοπελίτσα στο κιόσκι και να πει, «όχι, κύριε, δεν υπάρχουν εισιτήρια», όταν πραγματικά εννοεί, «τι μας λες, σκουλήκι; Περίμενες εμείς τα εισιτήρια να τα κρατήσουμε για σένα;» Τέλος πάντων.
Εγώ αμέσως το πήρα απόφαση ότι δεν θα είμαι από τους τυχερούς που θα έβλεπαν και θα άκουγαν τον Πλάθιντο ζωντανά στο Ηρώδειο. Αποφάσισα, όμως, να παραμείνω απ’ έξω και να στήσω τ’ αυτιά μου, μήπως κι ακούσω καμιά νότα του πάνω από το πεντάγραμμο, ή τουλάχιστον να αισθανθώ ότι πήγα εκεί κι άκουσα κάτι.
Αμέτρητες κυρίες [!] με πλησίασαν και με ρώτησαν αν είχα κάποιο εισιτήριο που μου περίσσευε. Ξέρω ότι είμαι μαυροτσούκαλο, αλλά φαίνομαι εγώ για μαυραγορίτης; Ζαμαί!
Κάθισα πάνω σε μια πέτρα. ΣΕ ΜΙΑ ΑΡΧΑΙΑ ΠΕΤΡΑ! Και τέντωσα τ’ αυτιά.
Δίπλα μου ήταν κι άλλες πέτρες. ΚΙ ΑΛΛΕΣ ΑΡΧΑΙΕΣ ΠΕΤΡΕΣ!
Ξαφνικά, πιο πέρα, μια οικογένεια Άγγλων κοίταζε το πρόγραμμα καθώς
βόλευαν τους εαυτούς τους πάνω στις ΑΡΧΑΙΕΣ ΤΙΣ ΠΕΤΡΕΣ!
ΜΗΤΕΡΑ: It says here that Plah-cee-dow is having a concert here tonight.
ΠΑΤΕΡΑΣ: He is one of the Three Tenors!
ΓΙΟΣ: Who are they?
ΜΗΤΕΡΑ: Well, there is Pav-ah-row-tee, Car-rey-ras and Dow-meeng-gow.
ΓΙΟΣ: Oh, so Dow-meeng-gow is singing here in Athens? I didn't know he was Greek!
Do you people know what «koloumbra» is? Αυτό κόντεψα να πάθω.
Άναψα ένα τσιγάρο και παρατήρησα την παρέλαση κιτσαριού που περνούσε από μπροστά μου. (Στο Ηρώδειο πας, κυρά μου, δεν είσαι η Σκάρλετ Ο’Χάρα για να πάρεις το κουρτινάκι τις σαλοτραπεζαρίας και να το κάνεις βραδινή τουαλέτα!)
Και καλά οι κυρίες που έδωσαν καινούρια έννοια στον όρο «fashion victim». Αυτές νόμιζαν ότι έκαναν fashion, ενώ εμείς ήμασταν τα victims των οποίων τα μάτια πονούσαν μόνο που τις κοίταζαν. Κάποιοι κύριοι, όμως, μου ήρθαν με βερμούδα, φανελάκι και αρβύλα με κάλτσα παρθένου μαλλιού. Κάνε και καμιά χαλάουα, βρε αδερφέ, για να πούμε ότι έκανες κι ένα στοιχειώδες μπωτέ πριν πας ν’ακούσεις όπερα! Ουφ!
Και ξεκίνησε ο Πλάθιντο με ένα μαγευτικό τραγούδι του Πουτσίνι.
Ξέχασα τα κουρτινάκια...
Ξέχασα τις βερμούδες...
Ξέχασα την πανδαισία τον καρα-κιτσάτων και καρα-κακόγουστων ενδυματολογικών επιλογών…
…και προσπάθησα να απορροφήσω την μαγεία που έρεε από τις καμάρες του ΑΡΧΑΙΟΥ θεάτρου του Ηρωδείου.
Και ξαφνικά, μπροστά μου, παρουσιάζονται σε μορφή σεκιουριτάδων, δαίμονες που δραπέτευσαν από τον Άδη!
Με την εξουσία που θα άρμοζε σε έναν ΑΡΧΑΙΟ Θεό... ή τουλάχιστον σε ένα αξιωματικό της SS, ξεκίνησαν το ουρλιαχτό σαν τους λύκους τη νύχτα με πανσέληνο. Μαζί τους ήταν και μια μελαχρινή μαυρομακρυμάλλα ύαινα.
SS: Γαμ... το κέρατο μου! Κατέβα κάτω από τις πέτρες, κυρά μου!
(Απευθυνόταν σε μια κυρία που κάθισε η δόλια ν’ ακούσει λίγη μουσική, κι όχι σε μένα.)
ΚΥΡΙΑ: Σας παρακαλώ κύριε, πώς μιλάτε έτσι?
SS: Κατέβα κάτω είπα! Να κατεβείτε όλοι κάτω!
ΥΑΙΝΑ: Κατέβα κάτω τώρα!
(Αυτό το είπε σε μένα.)
ΕΓΩ: Μάλιστα, ένα λεπτό γιατί σημειώνω κάτι.
(Δεν ήξερε ότι στην ταινία από το ταμείο του σουπερμάρκετ που έτυχε να κρατώ μαζί μου, εγώ σημείωνα τα γεγονότα που λάμβαναν χώρα μπροστά μου εκείνη τη στιγμή.)
ΕΝΑΣ ΝΕΑΡΟΣ: Αυτές οι πέτρες ανήκουν σε όλους μας και πληρώνουμε φόρους. Μπορούμε να κάτσουμε όσο θέλουμε.
ΥΑΙΝΑ: Αυτά τα μάρμαρα είναι ΑΡΧΑΙΑ! Οι αρχαιολόγοι δεν επιτρέπουν τον κόσμο να κάθεται πάνω τους.
Αν είναι έτσι, σκέφτηκα, γιατί δεν βάζουν ένα σχοινάκι που δεν θα αφήνει εμάς να πλησιάσουμε τα ΜΑΡΜΑΡΑ?
ΜΙΑ ΚΟΠΕΛΑ: Εγώ δεν πάω πουθενά.
«Σήκω, μωρή, από τα μάρμαρα, αλλιώς θα σε πετάξω κάτω εγώ!» φώναξε ο ένας SS του οποίου το μουστάκι φαινόταν σαν μια μαύρη τούφα μουχλιασμένου τυριού που έμεινε έξω από το ψυγείο κατά τη διάρκεια του καύσωνα.
ΥΑΙΝΑ: Κατεβείτε κάτω από τα μάρμαρα, είπα. Κατεβείτε! Κατεβείτε! ΚΑΤΕΒΕΙΤΕ!
(Το κάθε «κατεβείτε» αυξανόταν σε ντεσιμπέλ κι ήξερα ότι θα ήταν ζήτημα
χρόνου ώσπου να σταματήσει το τραγούδι του Πλάθιντο.)
Το ηλίθιο ον, ενώ έβλεπε ότι απευθυνόταν σε ξένους, δεν τους μίλησε στην γλώσσα τους με κάποιο στοιχειώδη κι ευγενικό τρόπο, έτσι ώστε να μην γυρίσουν στην πατρίδα τους με τις χειρότερες αναμνήσεις από την Χώρα τον Κάφρων.
Ζήτω τα Public Relations!
Ευτυχώς που η αγέλη έτρεξε ομαδικώς σε κάποιο άλλο σημείο, όπου άλλοι απελπισμένοι φιλόμουσοι προσπαθούσαν να πηδήξουν από το συρματόπλεγμα μήπως και πιουν λίγες σταγόνες μουσικής από την συναυλία του Πλάθιντο.
Εγώ δεν κούνησα ρούπι από εκεί που κάθισα, αλλά η διάθεση είχε αλλάξει.
Έχει χαλάσει. Έχει γα...θεί.
Αφού οι αρχαιολόγοι δεν θεωρούν τον νέο-ελληνικό μου πισινό άξιο για να κάτσει εκεί που έκατσαν τόσοι και τόσοι αρχαίοι πισινοί... και η επαφή μου με τα ΑΡΧΑΙΑ ΜΑΡΜΑΡΑ πλέον ήταν κάτι το ανεπίτρεπτο, το απαγορευμένο...
…σηκώθηκα, πήρα και δυο μου φιλαράκια, που έζησαν κι αυτοί εκείνες τις εξωπραγματικές στιγμές απελπισίας, από πολλές απόψεις, και πνίξαμε τον πόνο μας, τρώγοντας Ρόκυ στην Χαρά. (Ο ένας έφαγε Σικάγο γιατί έκανε δίαιτα.)
Φίλε, Πλάθιντο,
Σε αγαπώ και σε εκτιμώ και μού 'χεις χαρίσει πραγματικά μαγικές στιγμές μουσικής ακρόασης, αλλά την επομένη φορά που θα έρθεις στην Ελλάδα, αν δεν έρθεις να τραγουδήσεις στο σπίτι μου, για μένα, καθώς εγώ θα κάθομαι στα δικά μου νεο-αρχαία μάρμαρα, τότε θα αρκεστώ στο άκουσμα του CD τον μεγαλύτερων επιτυχιών σου χωρίς να έχω κάποιους άσχετους SS ή κάποια υστερική ύαινα να μου στερούν την έκσταση τις φωνής σου, τις τρίλιες σου, τις κορώνες κι όλα τα άλλα φωνητικά σου πυροτεχνήματα.
© Cinestef 2010
Labels / Λεϊμπέλια:
Creative Writing,
Dear Diary,
Αϊντέεεεεεεεε,
αναμνήσεις,
Ελλάδα Ελλαδίτσα μου
Wednesday, 29 August 2007
Πριν ένα Χρόνο...
...σας βρήκα πεταμένα σ'εκείνο τον κάδο σκουπιδιών.
Τότε ήταν που τρέξαμε όλοι να σας δώσουμε νερό και γάλα με σύριγγες και μπιμπερό.
Σας έφερα σπίτι και τρεις άνθρωποι ολημερίς κι ολονυχτίς τάιζαν, πότιζαν και μάζευαν ντόγκι ντου απ'όλο το σπίτι. Τώρα θα έχετε γίνει σκέτοι μαντράχαλοι. Αν ο δαίμων της μπλογκόσφαιρας μπορούσε να έρθει και να ψιθυρίσει στο αυτάκι του καθενός σας, θα σας έλεγε ότι ο CineDad σας σκέφτεται και σας αγαπάει ακόμα...
Ηρακλή, Porky, Chocolate, Black-Eye και Αρουραίε μου!
Τότε ήταν που τρέξαμε όλοι να σας δώσουμε νερό και γάλα με σύριγγες και μπιμπερό.
Σας έφερα σπίτι και τρεις άνθρωποι ολημερίς κι ολονυχτίς τάιζαν, πότιζαν και μάζευαν ντόγκι ντου απ'όλο το σπίτι. Τώρα θα έχετε γίνει σκέτοι μαντράχαλοι. Αν ο δαίμων της μπλογκόσφαιρας μπορούσε να έρθει και να ψιθυρίσει στο αυτάκι του καθενός σας, θα σας έλεγε ότι ο CineDad σας σκέφτεται και σας αγαπάει ακόμα...
Ηρακλή, Porky, Chocolate, Black-Eye και Αρουραίε μου!
Saturday, 28 July 2007
Για την Γλαρένια...
Μετά από το άκρως συγκινητικό ποστ της Γλαρένιας, της αφιερώνω την φωτό αυτή που τράβηξα πριν κάτι μέρες, με ευχές να είναι πάντα καλά και να χαίρεται όλα της τα παιδιά! [Και τον Γλάρο της εννοείται!]
Labels / Λεϊμπέλια:
Impressions,
αναμνήσεις,
Άνθρωπος,
Ευαισθησίες
Wednesday, 18 July 2007
My Sister's Big Fat Obese Cretan Wedding... and a swallowed tooth. [20th Anniversary Edition]
Η 18η του Ιούλη για μένα είναι σαν να λέμε Τρίτη και 13 ή Παρασκευή και 13 εις πολλαπλούν και βάλε.Ας γυρίσω πίσω τον χρόνο. 18 Ιουλίου, 1987. Ημέρα Σάββατο στο Τορόντο (ένα χωριουδάκι του Καναδιστάν).
Στο σπίτι υπήρχαν 16 άτομα. Τέσσερεις εμείς, ένας το φάντασμα του μέλλοντος γαμπρού (τρομάρα του), εφτά μουσαφίρηδες από Ελλάδα και τέσσερεις από Μόντρεαλ.
Γιατί; Τι να σας πω; Πάντως δεν ήταν κοινόβιο. Τη συγκεκριμένη μέρα θα παντρευόταν η αδερφούλα μου.
Το εγερτήριο για μένα ήταν στις 7 το πρωί. Είχα κοιμηθεί στις 4. Τι να έκανα ο δόλιος; Την προηγούμενη έπρεπε να υποστώ το "bachelor party" του γαμπρού που το έκανε στον χώρο της εργασίας του. Σε ένα γκαράζ.
Μπήκα λοιπόν στο γκαράζ και είδα μπαλόνια, μπουφέδες με διάφορα του χλαπακιάσματος εδέσματα, καλοντυμένους νέους (και κάποιους όχι και τόσο νέους ή και καλοντυμένους), φίλους, θείους, κουμπάρους, σύντεκνους, και μια πληθώρα άλλων ενοχλητικών τύπων. Ως γνωστόν, τα bachelor party είναι ρεζερβέ μόνο για τα αρσενικά του είδους. Βασικά ήταν μια ευκαιρία για να μαζευτούν όλοι τους και να βωμολοχήσουν άνετα χωρίς ενδοιασμούς και για να λύσουν όλα τα πολιτικά, αθλητικά και κοινωνιολογικά προβλήματα, τα οποία, ό,τι και να κάνουν, δεν πρόκειται ποτέ να λυθούν.
Και το άλλο; Τα βίντεο με τις τσόντες που κοσμούσαν διάφορα σημεία του γκαράζοντος;
Αυτό πάλι δεν μπόρεσα ποτέ να το καταλάβω.
Βρε αγόρια, τότε βρήκατε να βάλετε τα εκπαιδευτικά και να εκπαιδευτείτε;
Τα ορεκτικά και τα καναπεδάκια που είχα φάει δημιούργησαν ένα τυφώνα στο στομάχι μου που μόνο δραμαμίνες σε δόση ελέφαντα θα μπορούσαν να τον αγαλλιάσουν.
Προφασίστηκα καθήκοντα αδερφού νύφης για την επόμενη μέρα και μόνο έτσι κατάφερα να γυρίσω στο σπίτι και να κοιμηθώ [έστω και 3 ώρες].
* * * * *
Οι παράνυφες ήταν έξι.
Κι όλες έπρεπε να πάνε στο κομμωτήριο.
Ποια κακιά μοίρα με καταράστηκε και μού’πεσε εμένα ο κλήρος;
ΟΧΙ, δεν τις χτένισα εγώ!
Ως καλός σοφέρ, στις 7:30 π.μ. πήγα στο σπίτι της Νο.1 και την πήρα. Την πήγα στο κομμωτήριο.
Πήγα στο σπίτι της Νο.2. Την πήγα κι εκείνη στο κομμωτήριο και πήρα την Νο.1 και την έφερα στο σπίτι μας.Βλέπετε, όλες τους έπρεπε να ντυθούν στο σπίτι της νύφης.
Μετά πήγα στην Νο.3, την πήρα, την πήγα στο κομμωτήριο, πήρα την Νο.2 και την έφερα και αυτή στο σπίτι.
Η Νο.4 είχε δικό της αμάξι και πήγε μόνη να την χτενίσουν.
Η Νο.5, αν και είχε αμάξι, βαριόταν την οδήγηση και με διάταξε να πάω να την πάρω και να κάνω όλη τη διαδικασία και μ’αυτήν. [*$#!%$*^]
Μιας και θα πήγαινα στην εκκλησιά αργότερα, προσπάθησα να διατηρήσω την λεπτή και σεμνή γλώσσα ενός σοφέρ της υψηλής κοινωνίας κι όχι εκείνη του ξαναμμένου νταλικέρη αποκλεισμένου στην Εθνική Οδό. Παρέμεινα ο γλυκύτατος και κόσμιος εαυτός μου ενώ από μέσα το ηφαίστειο έβραζε.
Η Νο.6 δεν θυμάμαι τι έκανε και διόλου με ενδιαφέρει.
Πάνε αυτές!
Είχα και το θέμα με τα κουφέτα.
Σε ένα συγκεκριμένο κουφέτο θα αναφερθώ παρακάτω.
Και μετά από τα δρομολόγια σπίτι-κομμωτήριο-γκρρρ, σπίτι-κομμωτήριο-γκρρρρ… πήγα και στο ζαχαροπλαστείο να πάρω και τα κουφέτα.
Ε, να μην πάω να φέρω και τις λαμπάδες;
Είχε πάει 10 π.μ. Ο καιρός πιο ξαναμμένος και από τον νταλικέρη. Φούντωνε ο καύσωνας εκείνη τη μέρα πανάθεμά τον!
Και ποιος ήταν ο εξυπνάκιας που του ήρθε να κάνει τις λαμπάδες από κερί; Ε; Ε; Ε;
Δεν ήξερε ότι το κερί λιώνει κι ότι κάποιοι άνθρωποι παντρεύονται μέσα στο κατακαλόκαιρο μόνο και μόνο για να παιδέψουν τον μονάκριβο αδερφούλη τους;
Ξανά μανά γκρρρρρρρρρρρ!
Όταν έφτασα στο σπίτι, οι λαμπαδούλες είχαν πάρει το σχήμα της ώριμης και παραμορφωμένης μπανανούλας ενώ τα κουφέτα… ας μην τα περιγράψω καλύτερα.
Μετά από λίγη ώρα στον καταψύκτη και βουαλά: δυο μεταμοντέρνες λαμπάδες, φορώντας τις δαντελίτσες τους και τις κορδελίτσες τους, ήταν έτοιμες να παραβρεθούν στη εκκλησιά για το Μυστήριο του μυστήριου αυτού γάμου!
Αργότερα έλιωσαν και στην εκκλησιά από φυσικά αίτια.
Και ξάφνα! Μού’ρθε και μια φλασιά, του τύπου «πότε θα γίνω μάνα;»
Ο αδερφός της νύφης, πότε θα ντυθεί; Πότε θα έριχνε το φιδίσιο του κορμί στο μεσαιωνικό αυτό μαρτύριο που αποκαλούμε φράκο;
Σφιχτός. Άβολος. Ζεστός. Κυριολεκτικά, μαύρο χάλι! Μπλιαχ!
* * * * *
Χαμός στο σπίτι. Πανικός. Το τηλέφωνο χτυπούσε ασταμάτητα! «Έλεος,» σκέφτηκα, «ούτε η Νταϊάνα να παντρευόταν!» 9 στις 10 φορές ήταν ο γαμπρός για να μου πει να τσακιστώ και να πάω στο σπίτι του να ντυθώ μαζί με τον κουμπάρο και τους υπόλοιπους καβαλικεμένους καβαλιέρους των θεσπεσίων αυτών παρανυφών!
Σιγά να μην πήγαινα στο σπίτι του να ντυθώ στην άλλη άκρη της πόλης για να γυρίσω πίσω στο σπίτι μας και να πάμε στην εκκλησιά 2 τετράγωνα πιο κάτω.
«Φάκγιου, γιου μπάστερ,» ξεφώνησε η ψαροκασέλωτη μούμια.«Απ γιορς! Εγώ δεν έρχομαι, που να φας το …… σου!» απάντησα εγώ ευγενικά!
Ακολούθησε θερμό οικογενειακό επεισόδιο το οποίο απέχω να σχολιάσω.
Η Μητέρα έτρεχε πέρα δώθε φωνάζοντας, ουρλιάζοντας, ιδρωμένη και μόνο από το βλέμμα της καταλάβαινα ότι μόνο ένα πράγμα ήθελε να φωνάξει μέσα σε αυτόν το κυκεώνα…
«ΒΟΗΘΕΙΑ!!!»
Φόρεσα το μεσαιωνικό βασανιστήριο, και όταν ήρθε ο αριθμός προτεραιότητας για την σύντομη χρήση του μπάνιου, έφτιαξα το μαλλί και πήγα να φορέσω ο στραβούλιακας τους φακούς επαφής.
Αλλά πού οι φακοί! Είχαν ήδη πάει στο μήνα του μέλιτος!
* * * * *
Νύφη, γαμπρός και αντουράζ, ξεκινήσαμε όλοι το βάδην προς τη Μεταμόρφωση του Σωτήρος.
Σημειωτέον… Φόρεσα γυαλί.
Σε λίγη ώρα, ο Πάτερ Κωνσταντίνος ξεκίνησε το Μυστήριο.
Ο φράκος με κρατούσε κορδωμένο και η πλάτη πονούσε φρικτά. Τα γυαλιά γλιστρούσαν από τον ιδρώτα στο πρόσωπο και πήγαιναν για ελεύθερη πτώση προς τη μοκέτα της εκκλησίας.Κατά διαστήματα έστρεφα το βλέμμα προς το κοινό, έσπρωχνα τα γυαλιά στη θέση τους και παρατηρούσα μια φίλη που είχε περάσει τη γλώσσα της από μια τρύπα σε σχήμα καρδιάς σε μια ευχητήρια κάρτα. Θυμήθηκα τα λόγια κάποιου που είχε πει «όπου εκκλησία κι αμαρτία.» Αυτό θα μείνει ασχολίαστο.
Εντέλει τέλειωσε και το μαρτ… εμ… Μυστήριο.
Έπρεπε να υποστώ τότε και το βασανιστήριο του φωτογραφείου! Τότε ήταν που αυτοκτόνησε το ένα μου λάστιχο, προκαλώντας δυσμενή διακοσμητικά και εμπριμέ σχόλια για την καθυστέρηση μου, κυρίως από τον γαμευθέντα. Τι άκουσαν τα τότε αγνά μου αυτάκια!
Είχαμε κλείσει και μια αίθουσα για δεξίωση. Γιατί την λέω δεξίωση, δεν ξέρω. Τίποτα δεν πήγε δεξιά. Αριστεροξίωση ήταν!
Φάγαμε, ήπιαμε [εγώ για να πάνε οι πίκρες κάτω], χορέψαμε [εγώ το χορό του Ζαλόγγου]… και μοιράσαμε τις μπονμπονιέρες με τα… να’τα τα μας… κουφέτα!
Αντί αυτών, γιατί να μην είχαμε βάλει δρακουλίνια και πασατέμπο;;;!!! Αυτό ήταν πέραν της δικαιοδοσίας μου όμως.
«Άντε,» λέω, «ας φάω κι εγώ ένα κουφέτο, έτσι για το καλό βρε αδερφέ [της νύφης].»
«Μμμμμ! Ωραίο! Γευστικό! Ωραίο και το αμυγδαλάκι μέσα,» σκέφτηκα ο ανυποψίαστος μπίμπο.
«Μα, σαν σκληρό αυτό το κουφέτο. Ας το μασήσω καλά-καλά. Τι να κάνω! Δόντια έχω.»
Κραντς. Κραντς.
«Ωραίο, αλλά… κάτι δεν μου στρώνει… Μπα, η ιδέα μου είναι.»
Κάτι περίεργο αισθανόμουν. Ένα κενό μέσα μου.
«Αχ, κακούργο κουφέτο! Τρομοκρατικό! Απαγωγέα! Γι’αυτό ήσουν τόσο κράντσυ; Μου πήρες μαζί και τον τραπεζίτη!»
Και τότε ήταν που εντόπισα το κενό… στην οδοντοστοιχία μου.
Πολύ ευγενικά και πάλι, ζήτησα λίγο κρασάκι. Όχι για να πάνε οι πίκρες κάτω… για να μουδιάσει και να απολυμάνει την πληγή που είχε αρχίσει να πονάει ΚΑΙ αυτή!

Σηκώθηκε τότε ο… φίλτατος… γαμπρός… και αντί για να με ποτίσει το νέκταρ των θεών… μου το φόρεσε.
«…μώ την γκαντεμιά μου, …μώ!»
Πονούσα, κολλούσα, υπέφερα, νύσταζα… και γενικώς ονειρευόμουν μια σεζλόνγκ κάτω από φοίνικα εξωτικού νησιού, με κοκτέιλ από γάλα καρύδας [δεν είχα ανακαλύψει τα μοχίτο τότε, άβγαλτος γαρ] και με 21 ουράνιες παρθένες γύρω μου [και ξαναλέω, άβγαλτος γαρ]… αλλά παρεκτρέπομαι του θέματος.
Τότε ήταν που με πλησίασαν αμέτρητοι καλεσμένοι και άκουσα την αποφράδα εκείνη φράση:
«Άντε, τώρα είναι η σειρά σου.»
Και με όλη την ευγένεια που με διακρίνει, απαντούσα, «μα δεν έχει μπουφέ, μας σερβίρουν στα τραπέζια!»
Και στην ευχή/κατάρα, «και στα δικά σου,» η απάντηση που ακολουθούσε ήταν, «και στα δικά μου; Α, ναι; Στ’αυτά μου; Ντροπή σας!»
* * * * *
Τα ξημερώματα της 19ης Ιουλίου μου ήταν σωτήρια.
…Αλλά όχι χωρίς ακόμα μια χαριστική βολή…
Εννέα άτομα, καλεσμένοι, φίλοι μου αγαπημένοι που δεν είχαν αμάξι, χώρεσαν στο στέσιον βάγκον του Πατέρα...
Και τους πήγα στον Πειραιά του Τορόντο…
Στην Γλυφάδα του Τορόντο…
Στην Κηφισιά του Τορόντο…
Και σε άλλες περιοχές της μεγαλούπολης.
Ο ήλιος είχε ανατείλει εκείνη την Κυριακή όταν έσυρα το/την/την καταπονημένο/η/η μου κορμί, καρδιά και ψυχή στη σοφίτα του σπιτιού κι έπεσα στη στρωματσάδα που είχα φτιάξει δίπλα από το γραφείο μου, μπροστά στη βιβλιοθήκη. Έπεσα τότε σε μία κωματώδη κατάσταση από την οποία δεν είμαι σίγουρος αν έχω συνέλθει ακόμα.
«Αδερφούλα μου,» είπα τότε, «καλή και άγια, σε αγαπώ και σε εκτιμώ, αλλά αν παντρευτείς ξανά, θα ψάχνεις να βρεις τα ίχνη μου στην σεζλόνγκ κάτω από τον φοίνικα..»
Η αδερφούλα όντως παντρεύτηκε ξανά!Πήρε ένα υπέροχο και λατρεμένο παιδί και έχω την ευτυχία να είμαι θείος σε ΤΕΣΣΕΡΕΙΣ κουκλάρες!
Μπορεί τα λόγια που της είπα τότε να ήταν σκληρά, και ήμουν απών στον νέο της γάμο. Εκείνη έψαξε όλες τις σεζλόνγκ και τους φοίνικες του πλανήτη και δεν με βρήκε.
Με εντόπισε όμως σε ένα τραπεζάκι μιας παραθαλάσσιας ταβέρνας των Χανιών όπου έτρωγα χαμογελαστός κι έπινα τσικουδιές στην υγειά τους!
(c)CineStef 2007
Labels / Λεϊμπέλια:
Αϊντέεεεεεεεε,
αναμνήσεις,
Δέστε με
Sunday, 1 July 2007
Καλό Μήνα! - Happy New July!
Labels / Λεϊμπέλια:
Impressions,
αναμνήσεις,
Μ'αρέσει...
Saturday, 5 May 2007
Behold... The Sea!
Με αφορμή το "Μέσα στη Γκρίζα Πόλη" του Άγγελου...
Έχω κι εγώ ένα φίλο από τα παλιά. Κάναμε πολλή παρέα. Πολλά χρόνια λέμε. Ήταν πάντα χαμογελαστός και καλοσυνάτος. Συμπαθητικότατο παιδί. Μέσα στην κουλτούρα και τον πολιτισμό θα έλεγα.Μιλούσαμε καθημερινά και λέγαμε σχεδόν τα πάντα. Ήξερα όμως ότι κάτι μου έκρυβε. Το είχα αντιληφθεί από τα παιδικά μας χρόνια.
Κάποιες φορές τον είχα πιάσει να πνίγεται. Κυριολεκτικά. Μόνο που δεν μελάνιαζε.
«Τι έπαθες πάλι;» ρωτούσα.
Δεν απαντούσε.
Κάποια μέρα μετά από επίμονες ερωτήσεις μου λέει,
«Υπάρχω».
«Καλό αυτό. Αν δεν υπήρχες θα ανησυχούσα».
«Υπάρχω».
Δεν μου άρεσε η δεύτερη επανάληψη του «υπάρχω». Έκρυβε πολλά.
Ήρθε η μέρα που τον πήρα μαζί μου να πάμε να κάνουμε ένα φωτοεπορτάζ.
Ο ένας φωτογράφιζε, ο άλλος βιντεοσκοπούσε. 30,000 χιλιάδες άνθρωποι... διαμαρτυρίες... συλλαλητήριο... στους -40 C.
Μέσα στο πλήθος και στο τρέξιμο, κάποια στιγμή τον έχασα. Κοίταξα παντού γύρω μου, αλλά στον χαμό που γινόταν δεν τον είδα πουθενά.
Ευτυχώς, μετά από μερικά λεπτά τον εντόπισα. Στην προσπάθεια του να δραπετεύσει από τις χιλιάδες διαμαρτυρόμενων, είχε πηδήξει από ένα τοίχο για να ξεφύγει.
Τον βρήκα σφηνομένο σε δύο μέτρα χιόνι και είχε αρχίσει να παγώνει. Κατάφερα να τον τραβήξω από το χιόνι. Το παντελόνι του είχε κοκαλιάσει κι έσπασε. Είχε γεμίσει πάγο. Το πρόσωπο δεν κουνούσε από το κρύο. Οι αισθήσεις στα πόδια είχαν χαθεί. Από τα γόνατα και κάτω, τίποτα. Ζήτησα στις Αρχές να τον μεταφέρουν στο χτίριο, αλλά μου αρνήθηκαν. Τους μίσησα απύθμενα. Πώς περπάτησε μέχρι το πούλμαν δεν ξέρω.
Τον έβαλα μέσα, του έβγαλα μπότες και κάλτσες και μετά από 45 λεπτά αισθάνθηκε και πάλι τα δάχτυλα των ποδιών.
«Τι έγινε;» ρώτησα.
«Υπάρχω», απάντησε.
«Αν συνεχίσεις έτσι, δεν θα υπάρχεις για πολύ ακόμα».
Το βλέμμα στο πρόσωπό του μαρτυρούσε ότι δεν τον πολυένοιαζε κιόλας.
Κάτι έπρεπε να κάνω. Ήξερα ότι αν συνέχιζε έτσι, θα τον έχανα.
Επιστρέφοντας στις εστίες μας, ταξιδέψαμε σιωπηλά.
Επινόησα το σχέδιο δράσης.
Την επόμενη μέρα πήγα και του αγόρασα ένα Discman. Ήταν και της μόδας τότε και το δέχτηκε με πολλή χαρά. Ένα Discman ξερό όμως δεν ήταν αρκετό. Να μην του φορέσω κι ένα CD, έτσι για το καλό;
Δεν δυσκολεύτηκα στην επιλογή της μουσικής.
Το δώρο το έδωσα με μια μικρή προϋπόθεση. Το συγκεκριμένο CD θα το άκουγε προσεχτικά, και ίσως στο περιεχόμενο θα έβρησκε απαντήσεις, απαντήσεις σωτήριες.
Μετά από μερικούς μήνες έφυγε ταξίδι. Οριστικά. Τον αποχαιρέτησα χαμογελώντας με ένα κρυφό «χε, χε , χε» στο βλέμμα μου.
Με κοίταξε περίεργα και μπήκε στο αεροπλάνο.
Μια μέρα μετά από καιρό κατέβηκα στην παραλία. Φυσούσε και είχε λίγο κύμα, αλλά τίποτα το ιδιαίτερο.
Περπατούσα στους βράχους όταν τον είδα όρθιο πάνω σε μια πέτρα, με τα χέρια απλωμένα σαν τα φτερά του γλάρου, να κοιτά το πέλαγος και να ακούει μουσική.
Πλησίασα.
Όταν με είδε χαμογέλασε, αλλά δεν έβγαλε λέξη. Με ένα βλέμμα καταλάβε ο ένας τι σκεφτόταν ο άλλος.
Γδυθήκαμε και βουτήξαμε στη θάλασσα.
Βουτιά για το βυθό.
Κρατώντας την αναπνοή κοιτούσε ο ένας τον άλλο.
Με ότι αέρα είχε στους πνεύμονες, άρχισε να ουρλιάζει.
Ούρλιαζε δυνατά, αλλά δεν καταλάβαινα τις λέξεις.
Σε ζήτημα δευτερολέπτων ανεβήκαμε στην επιφάνεια.
Τον κοίταξα με απορία. «Τι..»
«Ζω», μου είπε απλά.
Συναντιόμαστε συχνά στην παραλία.
Είτε χειμώνα είτε καλοκαίρι. Εκεί τον βρίσκω.
Το CD του Discman τώρα έχει μεταφερθεί σε iPod.
Δεν έχει σημασία όμως.
Είτε καθισμένοι στο βράχο, είτε όρθιοι με τα χέρια απλωμένα στον άνεμο,
ακούμε ταυτόχρονα τη μουσική...
...και ζούμε...
* * * * * * *
“Behold, the sea itself,
[...]
Reckless O soul, exploring, I with thee, and thou with me,
Sail forth -- steer for the deep waters only,
For we are bound where mariner has not yet dared to go,
And we will risk the ship, ourselves and all.
O my brave soul!
O farther farther sail!
O daring joy, but safe!
are they not all the seas of God?
O farther, farther, farther sail!”
Music: Ralph Vaughn-Williams, “Sea Symphony”
Text: Walt Whitman
*Αυτό το post το αφιερώνω στον Άγγελο. Αν και δεν τον ξέρω, με έχει εμπνεύσει και μετά από χρόνια μου επέστρεψε ή επιθυμία να γράψω και πάλι. Je voudrais vous remercier vivement monsieur Spyrou!
Labels / Λεϊμπέλια:
Creative Writing,
Impressions,
Letter to...,
αναμνήσεις,
Άνθρωπος,
Μ'αρέσει...
Monday, 30 April 2007
Being
After doing my blogpoll two posts back, my friend Peter, who resides in Vancouver, British Columbia, emailed me one of his poems, relative to the subject matter of the poll, which referred to my much despised questions from grown-ups during my childhood years.
I am sharing it with you all...
Being
Being
As I recall,
I never ever liked being
a kid
always looking forward to
the day I’d be one of them –
a grownup
They said
It isn’t all that fun being a grownup
What the hell were they talking about?
They answered to no one,
stayed up late,
had money,
kissed,
screwed!
How could they say that?
Bitter,
I wrote them off as fools
Soon after,
I reflected…
Much later,
piqued,
I realised
that they must have liked their childhood
Now, sorry,
I recognise
that they treasured their childhood
more than I treasure being a grownup –
who loves being a kid
from Tossing and Turning
(selfexpress publishing, 2000)
© Peter R. Soulikias
Labels / Λεϊμπέλια:
Impressions,
αναμνήσεις,
Άνθρωπος,
Μ'αρέσει...
Saturday, 28 April 2007
Εμένα μού τά'χαν πρήξει. Εσάς;
Labels / Λεϊμπέλια:
αναμνήσεις,
Απορίες,
Δέστε με
Tuesday, 24 April 2007
Τρέλες 2
Ένα καλοκαίρι εθεάθη ο CineStef να κυκλοφορεί στο λιμάνι των Χανίων με δυο λεπτές και ψηλές καλλονές. Η μια κατάξανθη πρασινομάτα και η άλλη μελαχρινή καστανομάτα.
Αγκαζέ κυκλοφορήσαν στο παλιό λιμάνι. Έκαναν την προμενάντ τους στον Φάρο. Ήπιαν τα σφηνάκια τους σε μπαράκι. Ήπιαν κι άλλα σφηνάκια σε γνωστό καφέ. Η ξανθιά ακούστικε να λέει «Ja! Ja!» και «smogasborg». Η μελαχρινή έλεγε κάτι τύπου, «Si, si, mi querido Esteban. Yo adoro su isla hermosa».
Κι ο Esteban, εμμμ... ο CineStef, χαμογελούσε και κερνούσε αβέρτα κουβέρτα. Τα inquiring eyes όμως τον είδαν. Και σε ταχύτητα φωτός κυκλοφόρησε η βρόμα τύπου «πάει, χάλασε το παιδί. Έγινε κι αυτό ένα καμάκι του λιμανιού. Ψώνισε τις τουρίστριες και σίγουρα θα τις ‘ντούρντισε’ και τις δυο».
Την επόμενη μέρα πήγε ο CineStef να πιει τον καφέ του μοναχούλης με το ημερολόγιο του και την πέννα του αλα μπρατσέτα. Πριν πάρει την πρώτη γουλιά, διαπίστωσε ότι ο περίγυρος τον κοίταζε με πονηριά στο βλέμμα.
«Γεια σου, ρε μάγκααααααα! Που τις βρήκες ρε σύντεκνε; Γιάντα δε τζη φερες εδώ;»
Ήταν η συνηθισμένη κουτσομπολιοπαρέα αρσενικών του καφέ.
«Αφήστε με! Αφήστε με! Είμαι εξαντλημένος,» απάντησε ο ακόμα με την τσίμπλα στο μάτι CineStef.
Τα παιδιά σεβάστηκαν την επιθυμία του. Του κέρασαν όμως τον καφέ. Τους ευχαρίστησε και συνέχισε το γράψιμο.
Τι να τους έλεγε δηλαδή; Ότι είχε βγάλει βόλτα τη θεία του και την κολλητή της γιατί είχαν μουχλιάσει στο σπίτι και τις παρακάλεσε να κάνουν μια βόλτα στο λιμάνι να πάρουν αέρα και ίσως να τις δει και κάνα πιπίνι και δουν μια άσπρη μέρα;
Ε ΠΟΤΕ!!!
ΥΓ: Τώρα ο CineStef θυμήθηκε κι άλλη μια τρέλα που έκανε σε ένα κλαμπάκι των Χανίων, αλλά δεν θα την εξιστορήσει διότι θα τον κράξει το σύμπαν και όλα τα σύμπαντα του σύμπαντος. Το μόνο που θα πει είναι ότι μετά από 2 ποτήρια κρασί, 2 τζιν τόνικ και 12 σφηνάκια κίγουι, το επόμενο πρωί ξύπνησε μια χαρά. Σαν να είχε πιει το γάλα του και να είχε κοιμηθεί νωρίς.
Αγκαζέ κυκλοφορήσαν στο παλιό λιμάνι. Έκαναν την προμενάντ τους στον Φάρο. Ήπιαν τα σφηνάκια τους σε μπαράκι. Ήπιαν κι άλλα σφηνάκια σε γνωστό καφέ. Η ξανθιά ακούστικε να λέει «Ja! Ja!» και «smogasborg». Η μελαχρινή έλεγε κάτι τύπου, «Si, si, mi querido Esteban. Yo adoro su isla hermosa».
Κι ο Esteban, εμμμ... ο CineStef, χαμογελούσε και κερνούσε αβέρτα κουβέρτα. Τα inquiring eyes όμως τον είδαν. Και σε ταχύτητα φωτός κυκλοφόρησε η βρόμα τύπου «πάει, χάλασε το παιδί. Έγινε κι αυτό ένα καμάκι του λιμανιού. Ψώνισε τις τουρίστριες και σίγουρα θα τις ‘ντούρντισε’ και τις δυο».
Την επόμενη μέρα πήγε ο CineStef να πιει τον καφέ του μοναχούλης με το ημερολόγιο του και την πέννα του αλα μπρατσέτα. Πριν πάρει την πρώτη γουλιά, διαπίστωσε ότι ο περίγυρος τον κοίταζε με πονηριά στο βλέμμα.
«Γεια σου, ρε μάγκααααααα! Που τις βρήκες ρε σύντεκνε; Γιάντα δε τζη φερες εδώ;»
Ήταν η συνηθισμένη κουτσομπολιοπαρέα αρσενικών του καφέ.
«Αφήστε με! Αφήστε με! Είμαι εξαντλημένος,» απάντησε ο ακόμα με την τσίμπλα στο μάτι CineStef.
Τα παιδιά σεβάστηκαν την επιθυμία του. Του κέρασαν όμως τον καφέ. Τους ευχαρίστησε και συνέχισε το γράψιμο.
Τι να τους έλεγε δηλαδή; Ότι είχε βγάλει βόλτα τη θεία του και την κολλητή της γιατί είχαν μουχλιάσει στο σπίτι και τις παρακάλεσε να κάνουν μια βόλτα στο λιμάνι να πάρουν αέρα και ίσως να τις δει και κάνα πιπίνι και δουν μια άσπρη μέρα;
Ε ΠΟΤΕ!!!
ΥΓ: Τώρα ο CineStef θυμήθηκε κι άλλη μια τρέλα που έκανε σε ένα κλαμπάκι των Χανίων, αλλά δεν θα την εξιστορήσει διότι θα τον κράξει το σύμπαν και όλα τα σύμπαντα του σύμπαντος. Το μόνο που θα πει είναι ότι μετά από 2 ποτήρια κρασί, 2 τζιν τόνικ και 12 σφηνάκια κίγουι, το επόμενο πρωί ξύπνησε μια χαρά. Σαν να είχε πιει το γάλα του και να είχε κοιμηθεί νωρίς.
Labels / Λεϊμπέλια:
Αϊντέεεεεεεεε,
αναμνήσεις,
Δέστε με,
Η Τρέλλα δεν πάει στα Βουνά
Saturday, 21 April 2007
Alone On Stage
...or...
Baring One's Soul to the world and Declaring One's Love to the Universe.
“As you set out on the voyage to Ithaca,
wish your road to be long,
full of adventure, full of knowledge.”
Constantine P. Cavafy, 1911
wish your road to be long,
full of adventure, full of knowledge.”
Constantine P. Cavafy, 1911
There are times in this life when life imitates art and art imitates life.
In this case I don’t know which of the two has happened… but no matter.
Two bright souls came together under the most bizarre of circumstances… and stayed together. Lived, loved, and traveled… together;
not as “one,”
but two…
…together.
They traveled the world and traveled through life.
They broke Ulysses’ record...
...because all this traveling lasted for four and a half decades.
It began in England… and contrary to what many might think, it continues to this day in Ithaca. They encountered monsters along the way, sea storms, ghosts and spirits, royalty and the common man, opera singers, teachers, headmasters, clergy and four harp-playing women from Russia who made traveling through the Canadian winter bearable.
During this time, while the one was performing alone, the other was working and observing alone backstage. Yet, in this case, the word “alone” really looses its meaning.
Upon their arrival in Ithaca, they encountered yet another warrior in life, who was and is my link to these two wonderful travelers.
Why am I writing all this and what does the title of the this post mean?
I won’t disclose any info just yet. It’s a work still in progress.
But…
I just want to say that his post is dedicated to my friend, who dared to bare his soul to the world by opening his memory banks and recording it all on paper, boldly declaring to the Universe and to his co-traveler that
“My love is boundless and is centered all on you!"
In this case I don’t know which of the two has happened… but no matter.
Two bright souls came together under the most bizarre of circumstances… and stayed together. Lived, loved, and traveled… together;
not as “one,”
but two…
…together.
They traveled the world and traveled through life.
They broke Ulysses’ record...
...because all this traveling lasted for four and a half decades.
It began in England… and contrary to what many might think, it continues to this day in Ithaca. They encountered monsters along the way, sea storms, ghosts and spirits, royalty and the common man, opera singers, teachers, headmasters, clergy and four harp-playing women from Russia who made traveling through the Canadian winter bearable.
During this time, while the one was performing alone, the other was working and observing alone backstage. Yet, in this case, the word “alone” really looses its meaning.
Upon their arrival in Ithaca, they encountered yet another warrior in life, who was and is my link to these two wonderful travelers.
Why am I writing all this and what does the title of the this post mean?
I won’t disclose any info just yet. It’s a work still in progress.
But…
I just want to say that his post is dedicated to my friend, who dared to bare his soul to the world by opening his memory banks and recording it all on paper, boldly declaring to the Universe and to his co-traveler that
“My love is boundless and is centered all on you!"
Labels / Λεϊμπέλια:
In Love,
Lifestyle,
αναμνήσεις,
Άνθρωπος,
Μ'αρέσει...
Saturday, 14 April 2007
My Favourite Commercials 2 and 3
The Gap: Khaki-a-go-go
This real groovie commercial got me dancing in the screening room of Industry Films a few years ago. It's totaly Zen! Enjoy!!!
Bud Light: Fridge
This one is a real hoot! Let me tell ya guys and dolls, this one went though Cannes.
And the best part...
Both of the above commercials were produced by my beloved friend Tina in Toronto!
Way tah go superwoman!!!!
This real groovie commercial got me dancing in the screening room of Industry Films a few years ago. It's totaly Zen! Enjoy!!!
Bud Light: Fridge
This one is a real hoot! Let me tell ya guys and dolls, this one went though Cannes.
And the best part...
Both of the above commercials were produced by my beloved friend Tina in Toronto!
Way tah go superwoman!!!!
My Favourite Commercials
Oscar Mayer Commercial -1973
Going down memory lane tonight, and after a chat with The Espressionist, I was inspired to search for some of my favourite commercials while growing up.
This is the best!!! And yes, I was old enough in 1973 to remember this and the words to it:
Enjoy!!!
My bologna has a first name
it's O-S-C-A-R,
my bologna has a second name,
it's M-A-Y-E-R.
Oh! I love to eat it every day
and if you ask me why I'll say.
'Cause Oscar Mayer has a way with B-O-L-O-G-N-A!
Going down memory lane tonight, and after a chat with The Espressionist, I was inspired to search for some of my favourite commercials while growing up.
This is the best!!! And yes, I was old enough in 1973 to remember this and the words to it:
Enjoy!!!
My bologna has a first name
it's O-S-C-A-R,
my bologna has a second name,
it's M-A-Y-E-R.
Oh! I love to eat it every day
and if you ask me why I'll say.
'Cause Oscar Mayer has a way with B-O-L-O-G-N-A!
Subscribe to:
Posts (Atom)



