Showing posts with label Creative Writing. Show all posts
Showing posts with label Creative Writing. Show all posts

Sunday, 10 October 2010

ΓΙΑ ΟΛΑ ΦΤΑΙΕΙ Ο ΠΛΑΘΙΝΤΟ

Θέατρο Ηρώδου Αττικού, Αθήνα

Ήταν μια καυτή νύχτα του Ιούλη...

Λάθος...
ΕΙΝΑΙ μια καυτή νύχτα του Ιούλη.
Ο ιδρώτας ρέει αλύπητα κι η θερμοκρασία θυμίζει μεσημέρι στην Πανεπιστημίου.
Πριν από λίγο, ένα Ρόκυ Παρφέ από την Χαρά στα Πατήσια βρήκε καταφύγιο στη ζεστασιά της κοιλίτσας μου. Τώρα ετοιμάζεται να αποθηκευτεί στα λιποκύτταρά μου για τα επόμενα δέκα χρόνια. Το Ρόκυ, η μοναδική μου παρηγοριά μετά από την αποψινή βραδιά, ήταν το μόνο που μπόρεσε να φέρει το νευρικό μου σύστημα πίσω στην αρχική του κατάσταση.

Και για όλα φταίει ο Πλάθιντο.

Ας  αρχίσω από την αρχή, αν μου το επιτρέπετε (κι ασφαλώς μου επιτρέπεται, διότι δεν είστε εδώ για να με αποτρέψετε).
Εξαιτίας του, λοιπόν, όλες οι κεντρικές αρτηρίες τις πόλης, βλέπετε Σταδίου, Βασιλίσσης Σοφίας, Φιλελλήνων και Συγγρού, έγιναν μια απέραντη αυτοκινητοθάλασσα. Με βήμα σημειωτόν, προσπάθησα να φτάσω όσο πιο κοντά στο αρχαίο θέατρο του Ηρώδου του Αττικού (και να παρκάρω κιόλας) για να πάω να απολαύσω τον Πλάθιντο που θα ερμήνευε κάποια θεϊκά άσματα τον μελοποιών του προ-περασμένου αιώνα.

Στην Αψίδα του Αδριανού, που φαίνεται να αιωρείται στο κενό, απόρησα πώς αυτό το πράγμα στέκεται ακόμα μετά από τον τελευταίο σεισμό.  Αλλά εκτρέπομαι εκτός θέματος. Κοινώς, άσχετο!

Και φτάνω στο Ηρώδειο.
Έφτασε και το Πάνθεον τον θνητών θεών της Αθήνας. Πολιτικοί, κάποιοι βουλευτές, κάποιοι καλλιτέχνες (τέλος πάντων)... με τις συζύγους [!] τους οι περισσότεροι. Πείτε μου τώρα... Αυτοί πήγαν μέσα στη ζέστη του Ιούλη κάτω στην Σταδίου να στηθούν στην ουρά για να πάρουν εισιτήρια; Σίγουρα, λέγω! Γιατί έτσι έκαναν μερικοί από εμάς τους καρα-θνητούς μόνο και μόνο για να γυρίσει κάποια ξινή κοπελίτσα στο κιόσκι και να πει, «όχι, κύριε, δεν υπάρχουν εισιτήρια», όταν πραγματικά εννοεί, «τι μας λες, σκουλήκι; Περίμενες εμείς τα εισιτήρια να τα κρατήσουμε για σένα;» Τέλος πάντων.

Εγώ αμέσως το πήρα απόφαση ότι δεν θα είμαι από τους τυχερούς που θα έβλεπαν και θα άκουγαν τον Πλάθιντο ζωντανά στο Ηρώδειο. Αποφάσισα, όμως, να παραμείνω απ’ έξω και να στήσω τ’ αυτιά μου, μήπως κι ακούσω καμιά νότα του πάνω από το πεντάγραμμο, ή τουλάχιστον να αισθανθώ ότι πήγα εκεί κι άκουσα κάτι.

Αμέτρητες κυρίες [!] με πλησίασαν και με ρώτησαν αν είχα κάποιο εισιτήριο που μου περίσσευε. Ξέρω ότι είμαι μαυροτσούκαλο, αλλά φαίνομαι εγώ για μαυραγορίτης; Ζαμαί!

Κάθισα πάνω σε μια πέτρα. ΣΕ ΜΙΑ ΑΡΧΑΙΑ ΠΕΤΡΑ! Και τέντωσα τ’ αυτιά.
Δίπλα μου ήταν κι άλλες πέτρες. ΚΙ ΑΛΛΕΣ ΑΡΧΑΙΕΣ ΠΕΤΡΕΣ!
Ξαφνικά, πιο πέρα, μια οικογένεια Άγγλων κοίταζε το πρόγραμμα καθώς
βόλευαν τους εαυτούς τους πάνω στις ΑΡΧΑΙΕΣ ΤΙΣ ΠΕΤΡΕΣ!

ΜΗΤΕΡΑ: It says here that Plah-cee-dow is having a concert here tonight.

ΠΑΤΕΡΑΣ: He is one of the Three Tenors!

ΓΙΟΣ: Who are they?

ΜΗΤΕΡΑ: Well, there is Pav-ah-row-tee, Car-rey-ras and Dow-meeng-gow.

ΓΙΟΣ: Oh, so Dow-meeng-gow is singing here in Athens? I didn't know he was Greek!

Do you people know what «koloumbra» is? Αυτό κόντεψα να πάθω.

Άναψα ένα τσιγάρο και παρατήρησα την παρέλαση κιτσαριού που περνούσε από μπροστά μου. (Στο Ηρώδειο πας, κυρά μου, δεν είσαι η Σκάρλετ Ο’Χάρα για να πάρεις το κουρτινάκι τις σαλοτραπεζαρίας και να το κάνεις βραδινή τουαλέτα!)

Και καλά οι κυρίες που έδωσαν καινούρια έννοια στον όρο «fashion victim». Αυτές νόμιζαν ότι έκαναν fashion, ενώ εμείς ήμασταν τα victims των οποίων τα μάτια πονούσαν μόνο που τις κοίταζαν. Κάποιοι κύριοι, όμως, μου ήρθαν με βερμούδα, φανελάκι και αρβύλα με κάλτσα παρθένου μαλλιού. Κάνε και καμιά χαλάουα, βρε αδερφέ, για να πούμε ότι έκανες κι ένα στοιχειώδες μπωτέ πριν πας ν’ακούσεις όπερα! Ουφ!

Και ξεκίνησε ο Πλάθιντο με ένα μαγευτικό τραγούδι του Πουτσίνι.

Ξέχασα τα κουρτινάκια...
Ξέχασα τις βερμούδες...
Ξέχασα την πανδαισία τον καρα-κιτσάτων και καρα-κακόγουστων ενδυματολογικών επιλογών…
…και προσπάθησα να απορροφήσω την μαγεία που έρεε από τις καμάρες του ΑΡΧΑΙΟΥ θεάτρου του Ηρωδείου.

Και ξαφνικά, μπροστά μου, παρουσιάζονται σε μορφή σεκιουριτάδων, δαίμονες που δραπέτευσαν από τον Άδη!
Με την εξουσία που θα άρμοζε σε έναν ΑΡΧΑΙΟ Θεό... ή τουλάχιστον σε ένα αξιωματικό της SS, ξεκίνησαν το ουρλιαχτό σαν τους λύκους τη νύχτα με πανσέληνο. Μαζί τους ήταν και μια μελαχρινή μαυρομακρυμάλλα ύαινα.

SS: Γαμ... το κέρατο μου! Κατέβα κάτω από τις πέτρες, κυρά μου!
(Απευθυνόταν σε μια κυρία που κάθισε η δόλια ν’ ακούσει λίγη μουσική, κι όχι σε μένα.)

ΚΥΡΙΑ: Σας παρακαλώ κύριε, πώς μιλάτε έτσι?

SS: Κατέβα κάτω είπα! Να κατεβείτε όλοι κάτω!

ΥΑΙΝΑ: Κατέβα κάτω τώρα!
(Αυτό το είπε σε μένα.)

ΕΓΩ: Μάλιστα, ένα λεπτό γιατί σημειώνω κάτι.
(Δεν ήξερε ότι στην ταινία από το ταμείο του σουπερμάρκετ που έτυχε να κρατώ μαζί μου, εγώ σημείωνα τα γεγονότα που λάμβαναν χώρα μπροστά μου εκείνη τη στιγμή.)

ΕΝΑΣ ΝΕΑΡΟΣ: Αυτές οι πέτρες ανήκουν σε όλους μας και πληρώνουμε φόρους. Μπορούμε να κάτσουμε όσο θέλουμε.

ΥΑΙΝΑ: Αυτά τα μάρμαρα είναι ΑΡΧΑΙΑ! Οι αρχαιολόγοι δεν επιτρέπουν τον κόσμο να κάθεται πάνω τους.

Αν είναι έτσι, σκέφτηκα, γιατί δεν βάζουν ένα σχοινάκι που δεν θα αφήνει εμάς να πλησιάσουμε τα ΜΑΡΜΑΡΑ?

ΜΙΑ ΚΟΠΕΛΑ: Εγώ δεν πάω πουθενά.

«Σήκω, μωρή, από τα μάρμαρα, αλλιώς θα σε πετάξω κάτω εγώ!» φώναξε ο ένας SS του οποίου το μουστάκι φαινόταν σαν μια μαύρη τούφα μουχλιασμένου τυριού που έμεινε έξω από το ψυγείο κατά τη διάρκεια του καύσωνα.

ΥΑΙΝΑ: Κατεβείτε κάτω από τα μάρμαρα, είπα. Κατεβείτε! Κατεβείτε! ΚΑΤΕΒΕΙΤΕ!
(Το κάθε «κατεβείτε» αυξανόταν σε ντεσιμπέλ κι ήξερα ότι θα ήταν ζήτημα
χρόνου ώσπου να σταματήσει το τραγούδι του Πλάθιντο.)
Το ηλίθιο ον, ενώ έβλεπε ότι απευθυνόταν σε ξένους, δεν τους μίλησε στην γλώσσα τους με κάποιο στοιχειώδη κι ευγενικό τρόπο, έτσι ώστε να μην γυρίσουν στην πατρίδα τους με τις χειρότερες αναμνήσεις από την Χώρα τον Κάφρων.

Ζήτω τα Public Relations!

Ευτυχώς που η αγέλη έτρεξε ομαδικώς σε κάποιο άλλο σημείο, όπου άλλοι απελπισμένοι φιλόμουσοι προσπαθούσαν να πηδήξουν από το συρματόπλεγμα μήπως και πιουν λίγες σταγόνες μουσικής από την συναυλία του Πλάθιντο.

Εγώ δεν κούνησα ρούπι από εκεί που κάθισα, αλλά η διάθεση είχε αλλάξει.
Έχει χαλάσει. Έχει γα...θεί.

Αφού οι αρχαιολόγοι δεν θεωρούν τον νέο-ελληνικό μου πισινό άξιο για να κάτσει εκεί που έκατσαν τόσοι και τόσοι αρχαίοι πισινοί... και η επαφή μου με τα ΑΡΧΑΙΑ ΜΑΡΜΑΡΑ πλέον ήταν κάτι το ανεπίτρεπτο, το απαγορευμένο...

…σηκώθηκα, πήρα και δυο μου φιλαράκια, που έζησαν κι αυτοί εκείνες τις εξωπραγματικές στιγμές απελπισίας, από πολλές απόψεις, και πνίξαμε τον πόνο μας, τρώγοντας Ρόκυ στην Χαρά. (Ο ένας έφαγε Σικάγο γιατί έκανε δίαιτα.)

Φίλε, Πλάθιντο,
Σε αγαπώ και σε εκτιμώ και μού 'χεις χαρίσει πραγματικά μαγικές στιγμές μουσικής ακρόασης, αλλά την επομένη φορά που θα έρθεις στην Ελλάδα, αν δεν έρθεις να τραγουδήσεις στο σπίτι μου, για μένα, καθώς εγώ θα κάθομαι στα δικά μου νεο-αρχαία μάρμαρα, τότε θα αρκεστώ στο άκουσμα του CD τον μεγαλύτερων επιτυχιών σου χωρίς να έχω κάποιους άσχετους SS ή κάποια υστερική ύαινα να μου στερούν την έκσταση τις φωνής σου, τις τρίλιες σου, τις κορώνες κι όλα τα άλλα φωνητικά σου πυροτεχνήματα.

© Cinestef 2010

Saturday, 5 May 2007

Behold... The Sea!

Με αφορμή το "Μέσα στη Γκρίζα Πόλη" του Άγγελου...

Έχω κι εγώ ένα φίλο από τα παλιά. Κάναμε πολλή παρέα. Πολλά χρόνια λέμε. Ήταν πάντα χαμογελαστός και καλοσυνάτος. Συμπαθητικότατο παιδί. Μέσα στην κουλτούρα και τον πολιτισμό θα έλεγα.

Μιλούσαμε καθημερινά και λέγαμε σχεδόν τα πάντα. Ήξερα όμως ότι κάτι μου έκρυβε. Το είχα αντιληφθεί από τα παιδικά μας χρόνια.

Κάποιες φορές τον είχα πιάσει να πνίγεται. Κυριολεκτικά. Μόνο που δεν μελάνιαζε.

«Τι έπαθες πάλι;» ρωτούσα.

Δεν απαντούσε.

Κάποια μέρα μετά από επίμονες ερωτήσεις μου λέει,
«Υπάρχω».

«Καλό αυτό. Αν δεν υπήρχες θα ανησυχούσα».

«Υπάρχω».

Δεν μου άρεσε η δεύτερη επανάληψη του «υπάρχω». Έκρυβε πολλά.

Ήρθε η μέρα που τον πήρα μαζί μου να πάμε να κάνουμε ένα φωτοεπορτάζ.

Ο ένας φωτογράφιζε, ο άλλος βιντεοσκοπούσε. 30,000 χιλιάδες άνθρωποι... διαμαρτυρίες... συλλαλητήριο... στους -40 C.

Μέσα στο πλήθος και στο τρέξιμο, κάποια στιγμή τον έχασα. Κοίταξα παντού γύρω μου, αλλά στον χαμό που γινόταν δεν τον είδα πουθενά.

Ευτυχώς, μετά από μερικά λεπτά τον εντόπισα. Στην προσπάθεια του να δραπετεύσει από τις χιλιάδες διαμαρτυρόμενων, είχε πηδήξει από ένα τοίχο για να ξεφύγει.

Τον βρήκα σφηνομένο σε δύο μέτρα χιόνι και είχε αρχίσει να παγώνει. Κατάφερα να τον τραβήξω από το χιόνι. Το παντελόνι του είχε κοκαλιάσει κι έσπασε. Είχε γεμίσει πάγο. Το πρόσωπο δεν κουνούσε από το κρύο. Οι αισθήσεις στα πόδια είχαν χαθεί. Από τα γόνατα και κάτω, τίποτα. Ζήτησα στις Αρχές να τον μεταφέρουν στο χτίριο, αλλά μου αρνήθηκαν. Τους μίσησα απύθμενα. Πώς περπάτησε μέχρι το πούλμαν δεν ξέρω.

Τον έβαλα μέσα, του έβγαλα μπότες και κάλτσες και μετά από 45 λεπτά αισθάνθηκε και πάλι τα δάχτυλα των ποδιών.

«Τι έγινε;» ρώτησα.
«Υπάρχω», απάντησε.
«Αν συνεχίσεις έτσι, δεν θα υπάρχεις για πολύ ακόμα».

Το βλέμμα στο πρόσωπό του μαρτυρούσε ότι δεν τον πολυένοιαζε κιόλας.

Κάτι έπρεπε να κάνω. Ήξερα ότι αν συνέχιζε έτσι, θα τον έχανα.
Επιστρέφοντας στις εστίες μας, ταξιδέψαμε σιωπηλά.
Επινόησα το σχέδιο δράσης.

Την επόμενη μέρα πήγα και του αγόρασα ένα Discman. Ήταν και της μόδας τότε και το δέχτηκε με πολλή χαρά. Ένα Discman ξερό όμως δεν ήταν αρκετό. Να μην του φορέσω κι ένα CD, έτσι για το καλό;

Δεν δυσκολεύτηκα στην επιλογή της μουσικής.
Το δώρο το έδωσα με μια μικρή προϋπόθεση. Το συγκεκριμένο CD θα το άκουγε προσεχτικά, και ίσως στο περιεχόμενο θα έβρησκε απαντήσεις, απαντήσεις σωτήριες.

Μετά από μερικούς μήνες έφυγε ταξίδι. Οριστικά. Τον αποχαιρέτησα χαμογελώντας με ένα κρυφό «χε, χε , χε» στο βλέμμα μου.
Με κοίταξε περίεργα και μπήκε στο αεροπλάνο.

Μια μέρα μετά από καιρό κατέβηκα στην παραλία. Φυσούσε και είχε λίγο κύμα, αλλά τίποτα το ιδιαίτερο.
Περπατούσα στους βράχους όταν τον είδα όρθιο πάνω σε μια πέτρα, με τα χέρια απλωμένα σαν τα φτερά του γλάρου, να κοιτά το πέλαγος και να ακούει μουσική.

Πλησίασα.
Όταν με είδε χαμογέλασε, αλλά δεν έβγαλε λέξη. Με ένα βλέμμα καταλάβε ο ένας τι σκεφτόταν ο άλλος.

Γδυθήκαμε και βουτήξαμε στη θάλασσα.
Βουτιά για το βυθό.

Κρατώντας την αναπνοή κοιτούσε ο ένας τον άλλο.

Με ότι αέρα είχε στους πνεύμονες, άρχισε να ουρλιάζει.
Ούρλιαζε δυνατά, αλλά δεν καταλάβαινα τις λέξεις.

Σε ζήτημα δευτερολέπτων ανεβήκαμε στην επιφάνεια.
Τον κοίταξα με απορία. «Τι..»

«Ζω», μου είπε απλά.

Συναντιόμαστε συχνά στην παραλία.
Είτε χειμώνα είτε καλοκαίρι. Εκεί τον βρίσκω.
Το CD του Discman τώρα έχει μεταφερθεί σε iPod.
Δεν έχει σημασία όμως.
Είτε καθισμένοι στο βράχο, είτε όρθιοι με τα χέρια απλωμένα στον άνεμο,
ακούμε ταυτόχρονα τη μουσική...

...και ζούμε...

* * * * * * *

“Behold, the sea itself,

[...]

Reckless O soul, exploring, I with thee, and thou with me,
Sail forth -- steer for the deep waters only,
For we are bound where mariner has not yet dared to go,
And we will risk the ship, ourselves and all.

O my brave soul!
O farther farther sail!
O daring joy, but safe!
are they not all the seas of God?
O farther, farther, farther sail!”

Music: Ralph Vaughn-Williams, “Sea Symphony”
Text: Walt Whitman

*Αυτό το post το αφιερώνω στον Άγγελο. Αν και δεν τον ξέρω, με έχει εμπνεύσει και μετά από χρόνια μου επέστρεψε ή επιθυμία να γράψω και πάλι. Je voudrais vous remercier vivement monsieur Spyrou!