Showing posts with label CineDog Chronicles. Show all posts
Showing posts with label CineDog Chronicles. Show all posts

Saturday, 22 December 2007

Σαν Σήμερα...

Σαν σήμερα πριν από 10 χρόνια, ήρθε το μικρό βρέφος, CineDog, στο σπίτι... κι έμεινε. Το τι έχουμε ζήσει μαζί θα μπορούσα να περιγράψω σε ένα ξεχωριστό ιστολόγιο. Χαρές, παιχνίδια, αγάπες, γέλια, κλάματα, τσακωμούς, δαγκωνιές... και ναι, τον έχω δαγκώσει κι εγώ... τι, μόνο αυτός θα μου τις πατάει...? Το κυριότερο όμως είναι ότι στα δύσκολα, ο καθένας μας γλείφει τις πληγές του άλλου. Χρόνια πολλά CineDogούλη!

Saturday, 3 November 2007

10 Χρόνια Γουφ-Γουφ

Πότε πέρασαν! Μα, πότε πέρασαν!
Your Birthdate: November 3

You are certain and confident when you choose to love someone.
Even though your romantic choices may be unconventional - you stand behind them.
Your friends never know you as well as a romantic partner does.

Number of True Loves You'll Have: 3

Number of Times You'll Have Your Heart Broken: 5

You are most compatible with people born on the 3rd, 12th, 21st, and 30th of the month.

Thursday, 6 September 2007

Σφουγγαρίζοντας με τον Αρουραίο

Starring: CineStef, Arouraios, with a cameo appearance by CineDog

Dedicated to the CineDog, who almost licked us goodbye today after being attacked by a vicious boxer in the street. CineDad came to the rescue and we got away with only a small hole at the back of CineDog's head. Much to CineDad's surprise, he discovered [he and the rest of the neighbourhood] that CineDog is a counter tenor.

Friday, 24 August 2007

Πήδα, CineDog! Πήδα!

Λοιπόν, τώρα που ο Κατοικίδιός μου βλέπει ένα βίντεο με τον Rockwell Blake, βρήκα την ευκαιρία να κάτσω και να μπλογκάρω λιγάκι.
Απόψε κατά τα μεσάνυχτα αποφάσισα να τον πάω μια βόλτα. Όλη μέρα ήταν με τη μούρη κολλημένη στον υπολογιστή για να μπακαπάρει τα αρχεία του μιας και πρέπει, λέει, να κάνει φορμάτ επειδή ο υπολογιστής του έχει, πώς το είπε τώρα, κρυολόγημα? Ίωση; Πάντως κάτι με μικρόβιο έχει να κάνει.
 Του περνάω το λουρί στο χέρι, το φοράω εγώ στο λαιμό και τον τραβάω τρέχοντας στην κατηφόρα. Ε, και τι που τράβηξα λόγο παραπάνω; Ε, και τι που γλίστρησε και κόντεψε να φάει την μούρη του μπροστά σε έναν περαστικό που λύθηκε στα γέλια;
Φτάνουμε κάτω στην πολύ χαριτωμένη παρκέτα της γειτονιάς και ξεκινάω τη βόλτα του. Πέρα από δυο-τρεις αστυνομικούς, ψυχή δεν υπήρχε. Άντε να περνούσε κάνα αμάξι. Α, είδα και ένα αδέσποτο!
Μα καλά, τόσο ξενέρωτα είναι τα άλλα σκυλιά της περιοχής; Ούτε ένα να έχει βγάλει τον κατοικίδιό του βόλτα; Μα τόση ζέστη πια; Ουφ!
Περπατάμε, λοιπόν, και απολαμβάνουμε τη βόλτα μέσα στη νύχτα.
Και ξαφνικά ακούω εκείνη την αποφράδα φράση...
"Πήδα, CineDog! Πήδα!"
Μα τι λες, ρε μεγάλε! Να πηδήξω νυχτιάτικα; Τι πράματα είναι αυτά; Μας βλέπουν και οι αστυνόμοι!
"Πήδα, CineDog! Πήδα!"
Τι να κάνω ο άμοιρος! Πήδηξα.
Πήδηξα μια! Πήδηξα δυο! Εκείνος σαν κολλημένο γραμμόφωνο!
"Πήδα, CineDog! Πήδα!"
Άντε, λέω, ας πηδήξω και πάλι. Ας του κάνω τη χάρη του ξενέρωτου [για να μην τον πω τίποτε άλλο και χάσετε πάσα ιδέα για μένα].
Θα πρέπει να πήδηξα τουλάχιστον 20 φορές απόψε.
Κάποια στιγμή, όταν μου είχε βγει η πίστη και η γλώσσα έξω, γυρνάω και του λέω...
Ρε συ, εσύ γιατί δε ρίχνεις κάνα πήδημα;
Σταμάτησε και μου πέταξε το βλέμμα της Αλέξις Κόλμπυ Κάρρινγκτον λίγο πριν σβήσει το More της στο shrimp cocktail.
Έβαλα τη μούρη κάτω και τον γύρισα στο σπίτι.
Καιρό είχα να ρίξω τόσο πήδημα.
Σας αφήνω να πάω για ύπνο. Με εξουθένωσε...
Και όπως θα έλεγε ένας αγαπητός φίλος:
Άσταδιάλα γιου σάλαμαμπίτς!
Δεν ξαναπηδάω τα γκαντάμιτ κάγκελα του πάρκου;
Σκύλος είμαι, ρε στούπιντ, όχι γαζέλα!

Monday, 13 August 2007

Doggie Doo

Επιτέλους! Επιτέλους σηκώθηκε από το γραφείο του και πήγαμε μια μεγάλη βόλτα! Αμάν αυτό το παιδί. Πραγματικά πιστεύω ότι το έχει παρακάνει. Μα ποιος άνθρωπος στα λογικά του κάθεται αυγουστιάτικα και δουλεύει; Και μέρα-νύχτα κιόλας!
Τέλος πάντων. Σήμερα με μεγάλη μου χαρά τον είδα να σηκώνεται από τον υπολογιστή και να ετοιμάζεται για να τον πάω βόλτα. Τι χαρά! Πήρα την κατηφόρα και τον τραβούσα από πίσω με το λουρί. Είπα μιας και τελευταία δεν τον πολύπηγαίνω βόλτα, ας τον τραβήξω λίγο στις γειτονιές και στο πάρκο.
Άκουσον! Άκουσον! Αντάμωσα και ένα σκύλο με τρία πόδια! Τι συμπαθητικό πλάσμα! Ούτε καν χρειάζεται να σηκώσει το ποδαράκι στο δέντρο! Πραγματικά τον ζηλεύω! Ο δρόμος ήταν έρημος και το πάρκο σχεδόν άδειο. Παράδεισος σας λέω η Αθήνα!
Πολύ ζόρικος βρε παιδιά ο Κατοικίδιος μου. Τον τραβάω, τον τραβάω, αλλά ποτέ δεν θέλει να με ακολουθεί. Εγώ πάντως τον έλυσα από το λουρί του και τον άφησα να κάτσει στο παγκάκι και να κάνει ένα τσιγάρο. Κάθισε μπροστά σε μια εκκλησία και την κοιτούσε με ένα περίεργο βλέμμα. 9.5 χρόνια δεν μπορώ να το καταλάβω αυτό το παιδί.
Εγώ πάντως την καταβρήκα! Πότιζαν στο πάρκο και είχε γεμίσει ο κόσμος μια υπέροχη και λατρεμένη λασπούλα! Ε, τι να κάνω κι εγώ ο δόλιος; Να μην μπω να κάνω λίγο λασπόλουτρο; Τόση ζέστη κάνει! Μπήκα! Και όχι μόνο μπήκα, και τούμπες έκανα, και το φχαριστήθηκα κιόλας! Παράδεισος λέμε! Και το καλύτερο, αυτό που με ξετρελαίνει… μετά το λασπόλουτρο λατρεύω να τρέχω γύρω-γύρω και να αφήνω πατούνια παντού καθώς [πάντα] φροντίζω να τινάζομαι δίπλα του! Να δείτε τη μούρη του!
Κάποια στιγμή είπα να τον γυρίσω στο σπίτι. Αυτή η λάσπη είχε αρχίσει να στεγνώνει πάνω μου και με γαργαλούσε. Έφερα, που λέτε τον Κατοικίδιο σπίτι και περίμενα να ανοίξει την πόρτα! Χε χε χε
Και τότε ξεκίνησε το πανηγύρι! Παίρνω φόρα και ρίχνω ένα σάλτο στο κρεβατάκι μου και το κάνω καλοκαιρινό! Αλλά να που πήρε το μάτι μου και το φρεσκοστρωμένο κρεβάτι του Κατοικίδιου! Εκανα Πάσχα σας λέω! Τι όμορφα και δελεαστικά κίτρινα σεντονάκια! Καλά όταν τα περιποιήθηκα δεν ήταν καθόλου κίτρινα, αλλά με νοιάζει; Όοοοοοοοχι!
Τον άκουσα που ξεστόμισε κάποιες λέξεις που μου ήταν άγνωστες, αλλά μόνο από τον τόνο της φωνής του, που είχε πάει πάνω από το πεντάγραμμο, κατάλαβα ότι δεν μου έκανε recite poetry.
Στην μπανιέρα είχε πλάκα. Άρχισε να ξεκολλάει η λάσπη και να ρέει από πάνω μου σαν φρέσκο Milko! Τι χαρά! Τινάχτηκα ουκ ολίγες φορές. Το Milko πιτσίλησε τοίχους, πατώματα… τον Κατοικίδιο… Τι ωραία που πέρασα!
Περίμενα πολλή ώρα για να πάει να ξεκινήσει τη δουλειά του καθισμένος έξω στην βεράντα με τον υπολογιστή του [Λέει ότι ζεσταίνεται πολύ στο γραφείο του] και επιτέλους με άφησε ήσυχο να κάνω κι εγώ το μπλόγκινγ μου!
Ελπίζω να καταφέρω να τον πάω πάλι μια ανάλογη βόλτα σύντομα.
Κρίμα να ποτίζουν το πάρκο κάθε μέρα και να πηγαίνει χαμένη τόση λάσπη!

Monday, 6 August 2007

Η Πορφυρή Γλώσσα Του Καΐρου

Είμαι κυνηγός. Είμαι θύτης. Είμαι άγριος, πολεμιστής, γενναίος και θαρραλέος.
Είμαι σκύλος.
Κυνηγόσκυλο.
Μπορεί να έγινα του σαλονιού, αλλά μέσα μου κυλά το αίμα των προγόνων μου.
Κάθε μου κύτταρο φέρει τα γονίδια των παππούδων μου που κυνήγησαν αλεπούδες
και πάπιες στις λίμνες και τα δάση της Αγγλίας και της Ισπανίας.
Των παππούδων μου που διακόσμησαν με την παρουσία τους τις αυλές βασιλιάδων,
λόρδων και βαρόνων, κι έχουν πλουτίσει τις υπηρεσίες καλλωπισμού της σημερινής κοινωνίας.

Ε, και τι που μένω στην Κυψέλη δηλαδή; (Άσχετο.)
Μπορεί να μην είμαι με τους λόρδους και τους βασιλιάδες, αλλά έχω
δημιουργήσει μια αυτοκρατορία, ένα βασίλειο, το μικρό μου βασίλειο, σε ένα διαμερισματάκι
το οποίο προστατεύω από εισβολές κατακτητών, πειρατών κι άλλων εχθρών.

Δεν περίμενα όμως να απαντήσω στο κάλεσμα του καθήκοντος μια Τρίτη βράδυ την
ώρα που ο Κατοικίδιός μου καθόταν στον υπολογιστή του (???) και μετάφραζε.

Εκείνη τη στιγμή ήταν που ξεκίνησε ο πορφυρός μου εφιάλτης.
[Αν αγαπητέ αναγνώστη ή αναγνώστρια αναρωτιέσαι πώς αναγνώρισα το πορφυρό το
χρώμα, να μην αναρωτιέσαι. Το αναγνώρισα, τελεία και παύλα.]

Ξαπλωμένος στο υπέρ-αναπαυτικό μου ανάκλιντρο, με τ'αυτιά απλωμένα
(στέγνωναν μετά από μια γρήγορη χένα για ανταύγειες και όγκο),
παρακολουθούσα μια ταινία του Γούντι Άλλεν.

Και τότε την είδα.

Το μάτι μου το τίμιο, που ελέγχει τα πάντα κι ας φαίνεται κοιμισμένο, την
είδε να περιπατεί στα ιερά εδάφη του βασιλείου μου.
Πώς τόλμησε; Πώς πέρασε τους φρουρούς και τον δράκοντα κάτω στην πύλη!

-«Φρουροί! Φρουροί! Μα τι να έγιναν; Έχει μήπως Ολυμπιακό στην τηλεόραση;
Μήπως δείχνει την Πάμελα Άντερσον;
Πρωί-πρωί στην αναφορά κι απολύεστε!»

Αν πρέπει να γίνει κάτι σωστά, πρέπει να το κάνω εγώ, ο ίδιος.
Αυτή ήταν η σκέψη που πέρασε από το μυαλό μου εκείνη την ώρα.

Την πλεύρισα δυναμικά έτοιμος ν'αντιμετωπίσω το χειρότερο.
Μπορεί και να οπλοφορούσε.
Με κοίταξε με τα μάτια του ερπετού. Ανατρίχιασα. Πολύ ανατρίχιασα!

«Τα χαρτιά σου, καταραμένο αιλουροειδές!»
-«Μιά-ου.»

-«Μιά ποια; Τι μου λες; Μίλα! Ποια είσαι και τι θέλεις;»
-«Μια-α-α-α-α-ού!»
-«Μιά-ου; Μήπως εννοείς την Μία; Την ξέρεις; Τώρα την έβλεπα στην τηλεόραση.
Ποία η σχέση σου με την Μία;»
-«Πού-ρρρρρρρρρ.»
-«Φτου σου! Δεν ντρέπεσαι λιγάκι;
Αγενεστάτη!»

Την είδα αμήχανη, έτοιμη να χιμήξει. Αυτά τα μάτια που δεν μπορεί να τα
εμπιστευτεί κι ο Θεός ο ίδιος, ανοιγόκλειναν ρυθμικά, εκνευριστικά.
Ήξερα ότι θ' ακολουθούσε θερμό επεισόδιο.

Μέσα απ'τα σωθικά μου το αισθάνθηκα ν'ανεβαίνει.
Διαπέρασε το διάφραγμα, τους πνεύμονες, το λαρύγγι και....

-«Γγγγγγγγγγγγάααααααααααουουουουουουουουουου!»
-«Μιά-ου!»

-«Γά-ου!»
-
«Μιά-ου!»

-«ΓΑ-ΟΥ!»
-
«Χιςςςςςςςςςςςςςςςςςςςςςςςςςςςςςςςς!»

«Χις; Χις!» Ξέρει και ξένες γλώσσες! Προσπαθεί να με μπερδέψει. Να μ'αποσυντονίσει!
Προσπάθησε να πετάξει το παλτό που φορούσε, αλλά δεν τα κατάφερε!
Είχε κολλήσει πάνω της σαν το φονικό δέρας που σκότωσε τον Ηρακλή!

Καλά να πάθεις καταραμένε εχθρέ!
Και τότε προσπάθησε να αποδράσει. Εισέβαλλε στο παλάτι κι έτρεξε στο ανάκλιντρο.
Μου βεβήλωσε τον ιερό μου χώρο!

-«Θα το πληρώσεις αυτό! Πολύγλωσσο και μαλλιαρό κτήνος!»

Εκείνη τη στιγμή συγκέντρωσα όλες μου τις δυνάμεις. Πήρα βαθιά αναπνοή.
Συντόνισα τα τάντρα μου κι ετοιμάστηκα να επιτεθώ.

Φαντάστηκα τον εαυτό μου να χώνει τους κυνόδοντες στην ράχη της και να
σφίγγει γερά. Εκείνη να εκλιπαρεί, αλλά εγώ χωρίς οίκτο. Χωρίς έλεος!
Κι επιτέθηκα.

Δυστυχώς, η φαντασίωση κατανάλωσε κάποιο χρόνο τον οποίο εκείνη
εκμεταλλεύτηκε. Πρόλαβε κι έγινε Λούης.

Την βρήκα να κρύβεται στα πόδια του Κατοικίδιου δίπλα στον υπολογιστή.
Ο Κατοικίδιος σε κατατονική κατάσταση απείχε απ'τα τραγικά αυτά συμβάντα.
(Ως συνήθως όταν γράφει ή σερφάρει στο Διαδίκτυο.)

Της χίμηξα! Αποδείχθηκε άξιος εχθρός, σβέλτος κι αεικίνητος.
Άλλο τόσο κι εγώ!

Η σύγκρουση αυτή μετέτρεψε το βασίλειο σε πεδίο μάχης. Αποφάσισα να θυσιάσω
το ίδιο μου το βασίλειο προκειμένου να την πιάσω και να την οδηγήσω ο ίδιος
στην λαιμητόμο!

Κρύσταλλα ράγισαν.
Πιάτα έσπασαν.
Μαξιλάρες σκίστηκαν.
Πούπουλα γέμισαν την ατμόσφαιρα και τα ρουθούνια του Κατοικίδιου.
Δίσκοι γρατσουνίστηκαν.
Βιβλία τσαλακώθηκαν.
Καρέκλες αναποδογύρισαν.
Τούφες γούνας ξεριζώθηκαν.
Δόντια εκτοξεύτηκαν από σαγόνια.
Στάλες αίματος ράντισαν τα απλωμένα λευκά που αβοήθητα και νωπά κρεμόταν
στις βασιλικές μου απλώστρες.
Σωθικά κόλλησαν στα ταβάνια και στις ταπετσαρίες.
(Καλά, καλά, δεν ξεκοιλιαστήκαμε κιόλας.
Για να δημιουργήσω ατμόσφαιρα το
έγραψα.)
Νύχια μυτερά διείσδυσαν στις ωμοπλάτες μου.
Ναι, κατάφερα κι έχωσα τους κυνόδοντες στο ένα της πατούνι!
Και τέλος, λαχανιασμένοι και τραυματισμένοι κι οι δυο, καταλήξαμε στο βάθος
μιας ντουλάπας.

Ιδρώτας κι αίμα, έσταζαν στα κρεμασμένα ρούχα.
Οι γούνες με τούφες ν'αγνοούνται..
Κουράστηκε εκείνη. Κουράστηκα κι εγώ.
Την στρίμωξα όμως. Είχα το πάνω χέρι. Ήμουν κυρίαρχος.
Η ζωή της κρεμόταν από τους κυνόδοντές και την θέληση να της τερματίσω την
ύπαρξη.

Κι εκεί, μέσα στο ημίφως, για πρώτη φορά, κοίταξα στα πορφυρά της ματάκια. Τα
μικρά, παιχνιδιάρικα και ολίγον αλλήθωρα, που με κοιτούσαν με μια ζεστασιά που
έκανε όλη μου την ξηρά τροφή να χορέψει ζεϊμπέκικο στο στομάχι σαν μικροί
χορευτές σε πίστα σκυλάδικου.

Έτρεμε εκείνη. Και ξέρετε κάτι;
Έτρεμα κι εγώ.

Η υγρασία απ'την μυτούλα της ύγραινε την δική μου.
Για πρώτη φορά στη ζωή μου, μού'ρθε να σηκώσω το ποδαράκι και να ραντίσω το
παρελθόν και τους προπάππους μου.

Την κοίταξα στα μάτια. Την έσφιξα πάνω μου.
Ακολούθησε κι εκείνη, αν και μου κάρφωσαν μερικά νυχάκια στην πλάτη.
(Το παράβλεψα.)

Και τότε όλη μου η ύπαρξη μεταλλάχθηκε καθώς με κοίταζε επίμονα.
Κι ούτε είχε προλάβει να μου πει τ'όνομά της.

Αμέτρητες οι απώλειες.
Πέντε μέλη του υπηρετικού προσωπικού νεκρά.
Άλλα δυο τραυματισμένα, το ένα σε κρίσιμη κατάσταση.

Θα βάλω τα δουλικά να συμμαζέψουν το βασίλειο.
Ακόμα δεν έμαθα τη γλώσσα που μιλάει. Ποσώς μ'ενδιαφέρει.

Με τις πράξεις και το χαμόγελό της, δημιουργήσαμε μια νέα γλώσσα που
αποτελείται από τέσσερις και μόνο λέξεις.

Αυτές μας αρκούν:

«Μέικ λάβ, νοτ γουόρ!»

©2007

Υ.Γ.: Κάιρο; Ποιητική αδεία!