Tuesday, 31 July 2007

Lo! Here the Gentle Piggy...


Δεν χρειάζεται να πω σε ποιους και ποιες αφιερώνω αυτό το μικρό Piggy-στούργημα!

Ξέεεεερετε εσείς ποιοι είστε…

Saturday, 28 July 2007

I dare say, hath I gone righteously and blundering, dog-gone mad?

What a week! T’was madness, says I!

Aside from the fact that I had no internet, I was forced to drive to the office to deliver my work. Under any other circumstances, I wouldn’t care, but not in this Heat!!! With two very difficult documentaries and a series of Looney Toons and Scooby Doos to do, what can a guy do?

Did I mention that: My phone line is down? That most of the light bulbs in the house burnt? That the dog puked? The doorbell won’t ring? I turned two pizzas into basic carbon? I made Greek coffee in the microwave? Got cramps on both of my gampes at the same time while trying to get out of bed?

After a long visit to the tax department fun park and many visits to the bank… Tax people don’t come cheap, you know. After an accountant who made a small mistake in an old tax return, a lawyer who was running in the heat just to get me out of this diddly and a series of people who were generally freaking out… [full moon coming] how can I not start jollily doing cartwheels and singing along with Daffy Duck the following ditty?

Can I do otherwise?

I think not!

Για την Γλαρένια...

Μετά από το άκρως συγκινητικό ποστ της Γλαρένιας, της αφιερώνω την φωτό αυτή που τράβηξα πριν κάτι μέρες, με ευχές να είναι πάντα καλά και να χαίρεται όλα της τα παιδιά! [Και τον Γλάρο της εννοείται!]

Monday, 23 July 2007

Oh, the tahlehporrhoea!

Καλά, σας έχει τύχει ποτέ να θέλετε να μπείτε στο ιντερνέτ και να γίνεται μερική σύνδεση;
Να μπαίνετε μόνο σε σελίδες που έχουν κατάληξη .gr κι εκεί όχι όλες;
Να μην μπαίνετε στα γουέμπ μέηλς και σε οτιδήποτε καταλήγει σε .κομ; [Εδώ ο υπολογιστής μου αρνήθηκε να γράψει αγγλικά.]
Να μπαίνει κανείς στη σελίδα του Αθηνοράματος και να κατεβαίνει μόνο το μπακγράουντ, και να μην μπορεί να διαβάσει τα σχόλια/καυγάδες/αντιπαραθέσεις κλπ κλπ κλπ των Φαρινέλι, Πάρσιφαλ, Γλόρι ετ αλ, για την Μήδεια του Κερουμπίνι;
Να θέλετε να κατεβάσετε ημέηλς και να έρχονται 1, άντε 2, ΜΠΙΤ το δευτερόλεπτο σε σύνδεση των 10+ μέγκαμπάιτ?
Δεν θα αναφέρω σε ποια εταιρεία επικοινωνιών μεταφέρθηκα διότι οι άνθρωποι έχουν τεχνικά προβλήματα ακόμα…
Αλλά, μετά από καμιά 20αριά τηλεφωνήματα στο τεχνικό τμήμα, το πρόβλημα συνεχίζεται.
Και τι που πρέπει εγώ να στείλω τη δουλειά μου για να πλερωθώ, ρε αδερφέ;
Σε τι έφταιξα ο κρίστιαν;;;
Για να γράψω αυτό το κείμενο μπήκα στην εν μέρει κατεβασμένη μπλογκοσελίδα του Τικλ.
Ξέεεεεερω εγώ τι έφταιξε… είναι η κατάρα του αναφερθέντος προ δύο ποστ γαμευθέντος δεινοσαύρου.
Γράφω χωρίς να ξεύρω αν θα εμφανιστεί αυτό το ποστ στο Τικλ. Αν ναι, χαιρετώ σας κι ελπίζω να είμαι και πάλι εδώ εντός των ημερών.
Τάδε ορνιθοσκάλισε ο ΣίνεΣτεφ μια Κυριακή βράδυ, ενός ταλαίπωρου και καυσωνοχτυπημένου Ιουλή.

Saturday, 21 July 2007

OUT OF ORDER

Hi everyone,

I am having internet problems which means that I have limited access to the net, the blogs and to emails.

I have no idea how I managed to log onto here and leave this post.

Thursday, 19 July 2007

Σήμερα άκουσα... 12

I seem to remember love...
...or, at least, I think I do.



The Drowsy Chaperone

Musical composed by:
Lisa Lambert and Greg Morrison


Dedicated to us dorky people who act real silly when thinking about love.

Wednesday, 18 July 2007

My Sister's Big Fat Obese Cretan Wedding... and a swallowed tooth. [20th Anniversary Edition]

Η 18η του Ιούλη για μένα είναι σαν να λέμε Τρίτη και 13 ή Παρασκευή και 13 εις πολλαπλούν και βάλε.

Ας γυρίσω πίσω τον χρόνο. 18 Ιουλίου, 1987. Ημέρα Σάββατο στο Τορόντο (ένα χωριουδάκι του Καναδιστάν).

Στο σπίτι υπήρχαν 16 άτομα. Τέσσερεις εμείς, ένας το φάντασμα του μέλλοντος γαμπρού (τρομάρα του), εφτά μουσαφίρηδες από Ελλάδα και τέσσερεις από Μόντρεαλ.

Γιατί; Τι να σας πω; Πάντως δεν ήταν κοινόβιο. Τη συγκεκριμένη μέρα θα παντρευόταν η αδερφούλα μου.

Το εγερτήριο για μένα ήταν στις 7 το πρωί. Είχα κοιμηθεί στις 4. Τι να έκανα ο δόλιος; Την προηγούμενη έπρεπε να υποστώ το "bachelor party" του γαμπρού που το έκανε στον χώρο της εργασίας του. Σε ένα γκαράζ.

Μπήκα λοιπόν στο γκαράζ και είδα μπαλόνια, μπουφέδες με διάφορα του χλαπακιάσματος εδέσματα, καλοντυμένους νέους (και κάποιους όχι και τόσο νέους ή και καλοντυμένους), φίλους, θείους, κουμπάρους, σύντεκνους, και μια πληθώρα άλλων ενοχλητικών τύπων. Ως γνωστόν, τα bachelor party είναι ρεζερβέ μόνο για τα αρσενικά του είδους. Βασικά ήταν μια ευκαιρία για να μαζευτούν όλοι τους και να βωμολοχήσουν άνετα χωρίς ενδοιασμούς και για να λύσουν όλα τα πολιτικά, αθλητικά και κοινωνιολογικά προβλήματα, τα οποία, ό,τι και να κάνουν, δεν πρόκειται ποτέ να λυθούν.

Και το άλλο; Τα βίντεο με τις τσόντες που κοσμούσαν διάφορα σημεία του γκαράζοντος;
Αυτό πάλι δεν μπόρεσα ποτέ να το καταλάβω.
Βρε αγόρια, τότε βρήκατε να βάλετε τα εκπαιδευτικά και να εκπαιδευτείτε;

Τα ορεκτικά και τα καναπεδάκια που είχα φάει δημιούργησαν ένα τυφώνα στο στομάχι μου που μόνο δραμαμίνες σε δόση ελέφαντα θα μπορούσαν να τον αγαλλιάσουν.

Προφασίστηκα καθήκοντα αδερφού νύφης για την επόμενη μέρα και μόνο έτσι κατάφερα να γυρίσω στο σπίτι και να κοιμηθώ [έστω και 3 ώρες].
* * * * *
Οι παράνυφες ήταν έξι.

Κι όλες έπρεπε να πάνε στο κομμωτήριο.
Ποια κακιά μοίρα με καταράστηκε και μού’πεσε εμένα ο κλήρος;
ΟΧΙ, δεν τις χτένισα εγώ!
Ως καλός σοφέρ, στις 7:30 π.μ. πήγα στο σπίτι της Νο.1 και την πήρα. Την πήγα στο κομμωτήριο.
Πήγα στο σπίτι της Νο.2. Την πήγα κι εκείνη στο κομμωτήριο και πήρα την Νο.1 και την έφερα στο σπίτι μας.
Βλέπετε, όλες τους έπρεπε να ντυθούν στο σπίτι της νύφης.
Μετά πήγα στην Νο.3, την πήρα, την πήγα στο κομμωτήριο, πήρα την Νο.2 και την έφερα και αυτή στο σπίτι.
Η Νο.4 είχε δικό της αμάξι και πήγε μόνη να την χτενίσουν.
Η Νο.5, αν και είχε αμάξι, βαριόταν την οδήγηση και με διάταξε να πάω να την πάρω και να κάνω όλη τη διαδικασία και μ’αυτήν. [*$#!%$*^]
Μιας και θα πήγαινα στην εκκλησιά αργότερα, προσπάθησα να διατηρήσω την λεπτή και σεμνή γλώσσα ενός σοφέρ της υψηλής κοινωνίας κι όχι εκείνη του ξαναμμένου νταλικέρη αποκλεισμένου στην Εθνική Οδό. Παρέμεινα ο γλυκύτατος και κόσμιος εαυτός μου ενώ από μέσα το ηφαίστειο έβραζε.
Η Νο.6 δεν θυμάμαι τι έκανε και διόλου με ενδιαφέρει.

Πάνε αυτές!

Είχα και το θέμα με τα κουφέτα.
Σε ένα συγκεκριμένο κουφέτο θα αναφερθώ παρακάτω.
Και μετά από τα δρομολόγια σπίτι-κομμωτήριο-γκρρρ, σπίτι-κομμωτήριο-γκρρρρ… πήγα και στο ζαχαροπλαστείο να πάρω και τα κουφέτα.

Ε, να μην πάω να φέρω και τις λαμπάδες;
Είχε πάει 10 π.μ. Ο καιρός πιο ξαναμμένος και από τον νταλικέρη. Φούντωνε ο καύσωνας εκείνη τη μέρα πανάθεμά τον!
Και ποιος ήταν ο εξυπνάκιας που του ήρθε να κάνει τις λαμπάδες από κερί; Ε; Ε; Ε;
Δεν ήξερε ότι το κερί λιώνει κι ότι κάποιοι άνθρωποι παντρεύονται μέσα στο κατακαλόκαιρο μόνο και μόνο για να παιδέψουν τον μονάκριβο αδερφούλη τους;
Ξανά μανά γκρρρρρρρρρρρ!
Όταν έφτασα στο σπίτι, οι λαμπαδούλες είχαν πάρει το σχήμα της ώριμης και παραμορφωμένης μπανανούλας ενώ τα κουφέτα… ας μην τα περιγράψω καλύτερα.
Μετά από λίγη ώρα στον καταψύκτη και βουαλά: δυο μεταμοντέρνες λαμπάδες, φορώντας τις δαντελίτσες τους και τις κορδελίτσες τους, ήταν έτοιμες να παραβρεθούν στη εκκλησιά για το Μυστήριο του μυστήριου αυτού γάμου!
Αργότερα έλιωσαν και στην εκκλησιά από φυσικά αίτια.

Και ξάφνα! Μού’ρθε και μια φλασιά, του τύπου «πότε θα γίνω μάνα;»
Ο αδερφός της νύφης, πότε θα ντυθεί; Πότε θα έριχνε το φιδίσιο του κορμί στο μεσαιωνικό αυτό μαρτύριο που αποκαλούμε φράκο;
Σφιχτός. Άβολος. Ζεστός. Κυριολεκτικά, μαύρο χάλι! Μπλιαχ!
* * * * *
Χαμός στο σπίτι. Πανικός. Το τηλέφωνο χτυπούσε ασταμάτητα! «Έλεος,» σκέφτηκα, «ούτε η Νταϊάνα να παντρευόταν!» 9 στις 10 φορές ήταν ο γαμπρός για να μου πει να τσακιστώ και να πάω στο σπίτι του να ντυθώ μαζί με τον κουμπάρο και τους υπόλοιπους καβαλικεμένους καβαλιέρους των θεσπεσίων αυτών παρανυφών!
Σιγά να μην πήγαινα στο σπίτι του να ντυθώ στην άλλη άκρη της πόλης για να γυρίσω πίσω στο σπίτι μας και να πάμε στην εκκλησιά 2 τετράγωνα πιο κάτω.
«Φάκγιου, γιου μπάστερ,» ξεφώνησε η ψαροκασέλωτη μούμια.
«Απ γιορς! Εγώ δεν έρχομαι, που να φας το …… σου!» απάντησα εγώ ευγενικά!
Ακολούθησε θερμό οικογενειακό επεισόδιο το οποίο απέχω να σχολιάσω.
Η Μητέρα έτρεχε πέρα δώθε φωνάζοντας, ουρλιάζοντας, ιδρωμένη και μόνο από το βλέμμα της καταλάβαινα ότι μόνο ένα πράγμα ήθελε να φωνάξει μέσα σε αυτόν το κυκεώνα…
«ΒΟΗΘΕΙΑ!!!»

Φόρεσα το μεσαιωνικό βασανιστήριο, και όταν ήρθε ο αριθμός προτεραιότητας για την σύντομη χρήση του μπάνιου, έφτιαξα το μαλλί και πήγα να φορέσω ο στραβούλιακας τους φακούς επαφής.
Αλλά πού οι φακοί! Είχαν ήδη πάει στο μήνα του μέλιτος!
* * * * *
Νύφη, γαμπρός και αντουράζ, ξεκινήσαμε όλοι το βάδην προς τη Μεταμόρφωση του Σωτήρος.
Σημειωτέον… Φόρεσα γυαλί.

Σε λίγη ώρα, ο Πάτερ Κωνσταντίνος ξεκίνησε το Μυστήριο. Ο φράκος με κρατούσε κορδωμένο και η πλάτη πονούσε φρικτά. Τα γυαλιά γλιστρούσαν από τον ιδρώτα στο πρόσωπο και πήγαιναν για ελεύθερη πτώση προς τη μοκέτα της εκκλησίας.
Κατά διαστήματα έστρεφα το βλέμμα προς το κοινό, έσπρωχνα τα γυαλιά στη θέση τους και παρατηρούσα μια φίλη που είχε περάσει τη γλώσσα της από μια τρύπα σε σχήμα καρδιάς σε μια ευχητήρια κάρτα. Θυμήθηκα τα λόγια κάποιου που είχε πει «όπου εκκλησία κι αμαρτία.» Αυτό θα μείνει ασχολίαστο.

Εντέλει τέλειωσε και το μαρτ… εμ… Μυστήριο.

Έπρεπε να υποστώ τότε και το βασανιστήριο του φωτογραφείου! Τότε ήταν που αυτοκτόνησε το ένα μου λάστιχο, προκαλώντας δυσμενή διακοσμητικά και εμπριμέ σχόλια για την καθυστέρηση μου, κυρίως από τον γαμευθέντα. Τι άκουσαν τα τότε αγνά μου αυτάκια!

Είχαμε κλείσει και μια αίθουσα για δεξίωση. Γιατί την λέω δεξίωση, δεν ξέρω. Τίποτα δεν πήγε δεξιά. Αριστεροξίωση ήταν!
Φάγαμε, ήπιαμε [εγώ για να πάνε οι πίκρες κάτω], χορέψαμε [εγώ το χορό του Ζαλόγγου]… και μοιράσαμε τις μπονμπονιέρες με τα… να’τα τα μας… κουφέτα!
Αντί αυτών, γιατί να μην είχαμε βάλει δρακουλίνια και πασατέμπο;;;!!! Αυτό ήταν πέραν της δικαιοδοσίας μου όμως.

«Άντε,» λέω, «ας φάω κι εγώ ένα κουφέτο, έτσι για το καλό βρε αδερφέ [της νύφης].»
«Μμμμμ! Ωραίο! Γευστικό! Ωραίο και το αμυγδαλάκι μέσα,» σκέφτηκα ο ανυποψίαστος μπίμπο.
«Μα, σαν σκληρό αυτό το κουφέτο. Ας το μασήσω καλά-καλά. Τι να κάνω! Δόντια έχω.»
Κραντς. Κραντς.
«Ωραίο, αλλά… κάτι δεν μου στρώνει… Μπα, η ιδέα μου είναι.»
Κάτι περίεργο αισθανόμουν. Ένα κενό μέσα μου.
«Αχ, κακούργο κουφέτο! Τρομοκρατικό! Απαγωγέα! Γι’αυτό ήσουν τόσο κράντσυ; Μου πήρες μαζί και τον τραπεζίτη!»
Και τότε ήταν που εντόπισα το κενό… στην οδοντοστοιχία μου.

Πολύ ευγενικά και πάλι, ζήτησα λίγο κρασάκι. Όχι για να πάνε οι πίκρες κάτω… για να μουδιάσει και να απολυμάνει την πληγή που είχε αρχίσει να πονάει ΚΑΙ αυτή!

Σηκώθηκε τότε ο… φίλτατος… γαμπρός… και αντί για να με ποτίσει το νέκταρ των θεών… μου το φόρεσε.
«…μώ την γκαντεμιά μου, …μώ!»

Πονούσα, κολλούσα, υπέφερα, νύσταζα… και γενικώς ονειρευόμουν μια σεζλόνγκ κάτω από φοίνικα εξωτικού νησιού, με κοκτέιλ από γάλα καρύδας [δεν είχα ανακαλύψει τα μοχίτο τότε, άβγαλτος γαρ] και με 21 ουράνιες παρθένες γύρω μου [και ξαναλέω, άβγαλτος γαρ]… αλλά παρεκτρέπομαι του θέματος.

Τότε ήταν που με πλησίασαν αμέτρητοι καλεσμένοι και άκουσα την αποφράδα εκείνη φράση:
«Άντε, τώρα είναι η σειρά σου.»
Και με όλη την ευγένεια που με διακρίνει, απαντούσα, «μα δεν έχει μπουφέ, μας σερβίρουν στα τραπέζια!»
Και στην ευχή/κατάρα, «και στα δικά σου,» η απάντηση που ακολουθούσε ήταν, «και στα δικά μου; Α, ναι; Στ’αυτά μου; Ντροπή σας!»
* * * * *
Τα ξημερώματα της 19ης Ιουλίου μου ήταν σωτήρια.
…Αλλά όχι χωρίς ακόμα μια χαριστική βολή…

Εννέα άτομα, καλεσμένοι, φίλοι μου αγαπημένοι που δεν είχαν αμάξι, χώρεσαν στο στέσιον βάγκον του Πατέρα...
Και τους πήγα στον Πειραιά του Τορόντο…
Στην Γλυφάδα του Τορόντο…
Στην Κηφισιά του Τορόντο…
Και σε άλλες περιοχές της μεγαλούπολης.

Ο ήλιος είχε ανατείλει εκείνη την Κυριακή όταν έσυρα το/την/την καταπονημένο/η/η μου κορμί, καρδιά και ψυχή στη σοφίτα του σπιτιού κι έπεσα στη στρωματσάδα που είχα φτιάξει δίπλα από το γραφείο μου, μπροστά στη βιβλιοθήκη. Έπεσα τότε σε μία κωματώδη κατάσταση από την οποία δεν είμαι σίγουρος αν έχω συνέλθει ακόμα.

«Αδερφούλα μου,» είπα τότε, «καλή και άγια, σε αγαπώ και σε εκτιμώ, αλλά αν παντρευτείς ξανά, θα ψάχνεις να βρεις τα ίχνη μου στην σεζλόνγκ κάτω από τον φοίνικα..»

Η αδερφούλα όντως παντρεύτηκε ξανά!
Πήρε ένα υπέροχο και λατρεμένο παιδί και έχω την ευτυχία να είμαι θείος σε ΤΕΣΣΕΡΕΙΣ κουκλάρες!
Μπορεί τα λόγια που της είπα τότε να ήταν σκληρά, και ήμουν απών στον νέο της γάμο. Εκείνη έψαξε όλες τις σεζλόνγκ και τους φοίνικες του πλανήτη και δεν με βρήκε.
Με εντόπισε όμως σε ένα τραπεζάκι μιας παραθαλάσσιας ταβέρνας των Χανιών όπου έτρωγα χαμογελαστός κι έπινα τσικουδιές στην υγειά τους!

(c)CineStef 2007

Cinestef adores Teresa Stratas

I won't say much! Just grab your significant other and do a tango on this sultry Athenian night.

Dedicated to Parsifal...