Friday, 29 February 2008

Μπ-Λογοτέχνι-δο

Με λίγη καθυστέρηση, εργαζόμενο νιάτο γαρ, ανταποκρίνομαι στην πρόσκληση της αγαπητής μου e-κουμπάρας και του γλυκύτατου φίλου από το πιλοτήριο της Αργώ, στο να βρω το πλησιέστερο βιβλίο, σελίδα 123 και να γράψω τις προτάσεις 6, 7 κι 8. Ορίστε!

Τίτλος:
Η Μυρωδιά σου στα Σεντόνια μου

Συγγραφέας:
Γιάννης Φιλιππίδης

Εκδώσεις:
ΑΓΚΥΡΑ

Σελ. 123


"Μια χούφτα βρύα άγγιξε ερωτικά το γυμνό μπράτσο μου.


Μείναμε λίγη ώρα σιωπηλοί.


Φεύγαν όλοι."

Friday, 22 February 2008

Laughing Therapy

Βρήκα το παρακάτω στο Γιουτιούμπ και δεν άντεξα, ήθελα να το μοιραστώ μαζί σας! Με αυτά τα μωρά δεν μπορεί να μην λυθεί κανείς στο γέλιο! Είναι ένα καλό τονωτικό για όταν είμαστε στα ντάουν μας. Αφιερωμένο στην παρέα του χιονισμένου Σαββάτου... και σε όλους/ες σας εννοείται...

Friday, 15 February 2008

Je Veuχ Vivre...

Αφιερωμένο στον φίλο μου τον Mahler και στο υπέροχο κάγκελό του!

Wednesday, 13 February 2008

Αγαπημένοι Υπότιλοι 10

Από την ταινία
Το Φιλί της Ζωής (2007)
του Νίκου Ζαπατίνα

Friday, 8 February 2008

Αγαπημένοι Υπότιλοι 9

Από την ταινία
Babe 2
Και όχι, δεν είναι από την ταινία με το χαριτωμένο γουρουνάκι!

Tuesday, 5 February 2008

Friday, 25 January 2008

Ανοιχτή Γλαροεπιστολή

Μετά από την υπέροχη ανάρτηση της e-sister μου, Γλαρένιας, της αφιερώνω την αρχή του μοναδικού αυτού βιβλίου του Ρίτσαρντ Μπαχ... εκ του οποίου τις έννοιες είμαι σίγουρος ότι τις εφαρμόζει. Γιατί, όπως λέει και παρακάτω... δεν έχει σημασία η τροφή, αλλά η πτήση η ίδια. Άλλωστε, πώς θα κατάφερνε να φτιάξει το γλαροπουλαίικο, να υιοθετήσει e-γιους και τον e-brother της [εγώ είμαι αυτός! ] και να προλαβαίνει να μας χαρίζει τις μοναδικές αναρτήσεις της και την μπλογκοπαρέα της;It was morning, and the new sun sparkled gold across the ripples of a
gentle sea. A mile from shore a fishing boat chummed the water. and the
word for Breakfast Flock flashed through the air, till a crowd of a
thousand seagulls came to dodge and fight for bits of food. It was another
busy day beginning.
But way off alone, out by himself beyond boat and shore, Jonathan
Livingston Seagull was practicing. A hundred feet in the sky he lowered
his webbed feet, lifted his beak, and strained to hold a painful hard
twisting curve through his wings. The curve meant that he would fly
slowly, and now he slowed until the wind was a whisper in his face, until
the ocean stood still beneath him. He narrowed his eyes in fierce
concentration, held his breath, forced one... single... more... inch...
of... curve... Then his featliers ruffled, he stalled and fell.
Seagulls, as you know, never falter, never stall. To stall in the air
is for them disgrace and it is dishonor.
But Jonathan Livingston Seagull, unashamed, stretching his wings
again in that trembling hard curve - slowing, slowing, and stalling once
more - was no ordinary bird.
Most gulls don't bother to learn more than the simplest facts of
flight - how to get from shore to food and back again. For most gulls, it
is not flying that matters, but eating. For this gull, though, it was not
eating that mattered, but flight. More than anything else. Jonathan
Livingston Seagull loved to fly.
This kind of thinking, he found, is not the way to make one's self
popular with other birds. Even his parents were dismayed as Jonathan spent
whole days alone, making hundreds of low-level glides, experimenting.
Richard Bach. Jonathan Livingston Seagull

Πήρα ωστόσο μια ανάσα προς τον βορρά και έμαθα ότι ο Ιωνάθαν εθεάθη πριν 3 χρόνια στην Χαλκιδική! Με την παρουσία του, μας έμαθε ότι ο καθένας μας είναι ήδη ένας γλάρος από μόνος του, αρκεί να τεντώσει τα φτερά του, να απογειωθεί, να γίνει ένα με τον άνεμο, τα σύννεφα και τον ουρανό... κι ας ξέρει ότι μπορεί να γκρεμοτσακιστεί στην προσπάθεια... ενώ ταυτόχρονα, ποσώς τον ενδιαφέρει αυτό...

Wednesday, 23 January 2008

Συμφωνίες Λέξεων και Κολορατούρες Συναισθημάτων

Μετά από πρόσκληση από τον αγαπητό φίλο Lockheart και από την e-sister μου, Γλαρένια, αποφάσισα να διαλέξω 4 από τα 1000 αγαπημένα μου ποιήματα και να τα αναρτήσω. Ξεκινώ με 2 στα Ελληνικά και συνεχίζω με άλλα 2 στα Αγγλικά. Εντζόυ!

ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΣTου Κύκλου τα γυρίσματα, που ανεβοκατεβαίνουν,
και του Τροχού, που ώρες ψηλά κι ώρες στα βάθη πηαίνουν· και του Καιρού τα πράματα, που αναπαημό δεν έχουν, μα στο Kαλό κ' εις το Kακό περιπατούν και τρέχουν· και των Αρμάτω' οι ταραχές, όχθρητες, και τα βάρη, του Έρωτος οι μπόρεσες και τση Φιλιάς η χάρη· αυτάνα μ' εκινήσασι τη σήμερον ημέραν, ν' αναθιβάλω και να πω τά κάμαν και τά φέραν σ' μιά Κόρη κ' έναν Άγουρο, που μπερδευτήκα' ομάδι σε μιά Φιλιάν αμάλαγη, με δίχως ασκημάδι. Κι όποιος του Πόθου εδούλεψε εις-ε καιρόν κιανένα, ας έρθει για ν' αφουκραστεί ό,τ' είν' εδώ γραμμένα· να πάρει ξόμπλι κι [α]ρμηνειά, βαθιά να θεμελιώνει πάντα σ' αμάλαγη Φιλιάν, οπού να μην κομπώνει. Γιατί όποιος δίχως πιβουλιά του Πόθου του ξετρέχει, εις μιάν αρχή [α' βασανιστεί], καλό το τέλος έχει. Αφουκραστείτε, το λοιπόν, κι ας πιάνει οπού'χει γνώση, για να κατέχει κι αλλουνού απόκριση να δώσει. Στους περαζόμενους καιρούς, που οι Έλληνες ορίζαν, κι οπού δεν είχε η Πίστη τως θεμελιωμένη ρίζαν, τότες μιά Aγάπη μπιστική στον Kόσμο εφανερώθη, κ' εγράφτη μέσα στην καρδιά, κι ουδεποτέ τση ελιώθη. Kαι με Kαιρό σε δυό κορμιά ο Πόθος είχε μείνει, και κάμωμα πολλά ακριβόν έτοιους καιρούς εγίνη. Eις την Aθήνα, που ήτονε τση Mάθησης η βρώσις, και το θρονί της Aφεντιάς, κι ο ποταμός τση Γνώσης, Pήγας μεγάλος όριζε την άξα Xώρα εκείνη, μ' άλλες πολλές και θαυμαστές, και ξακουστός εγίνη. Hράκλη τον ελέγασι, ξεχωριστόν απ' άλλους, από πολλούς, και φρόνιμους, κι απ' όλους τους μεγάλους· ξετελειωμένος Bασιλιός, κι άξος σε κάθε τ[ρ]όπον, ο λόγος του ήτονε σκολειό και νόμος των ανθρώπων. Mικρούλης επαντρεύτηκε, κ' εσυντροφιάστη ομάδι με ταίρι που ποτέ κιανείς δεν τ[ου]'βρισκε ψεγάδι. Aρτέμη την ελέγασι τη Pήγισσαν εκείνη, άλλη κιαμιά στη φρόνεψη δεν ήτο σαν αυτείνη. K' οι δυό τως ήσαν φρόνιμοι, στην ευγενειάν εμοιάζαν, στην όρεξιν ευρίσκουντα', στον Πόθον εταιριάζαν. Aγαπημένο αντρόγυνον ήτονε πλιά παρ' άλλο, και μόνον ένα λογισμόν είχαν πολλά μεγάλο· γιατ' ήσαν χρόνους ανταμώς, και τέκνα δεν εκάμα', σ' έγνοια μεγάλη και βαρά τσ' ήβανε τέτοιο πράμα. Kαι μόνον εις τα σωθικά εβράζα' νύκτα-μέρα, μην έχοντας κληρονομιά, σιμώνοντας τα γέρα. Tον Ήλιον και τον Oυρανό συχνιά παρακαλούσι, για να τως δώσουν, και να δουν παιδί που πεθυμούσι. Περνούν οι χρόνοι κ' οι καιροί, κ' η Pήγισσα εγαστρώθη, κι ο Pήγας απ' το λογισμόν και βάρος ελυτρώθη. Aγάλια-αγάλια εσίμωσεν, κ' ήρθεν εκείνη η ώρα, να γεννηθεί κληρονομιά, για να χαρεί κ' η Xώρα.

Οδυσσέας Ελύτης
(1911 - 1996)
ΤΟ ΘΑΛΑΣΣΙΝΟ ΤΡΙΦΥΛΛΙ
Μια φορά στα χίλια χρόνια
του πελάγου τα τελώνια
μες στα σκοτεινά τα φύκια
μες τα πράσινα χαλίκια.

Το φυτεύουνε και βγαίνει
πριν ο ήλιος ανατείλει
το μαγεύουνε και βγαίνει
το θαλασσινό τριφύλλι.

Το θαλασσινό τριφύλλι ποιος
θα βρει να μου το στείλει.
Ποιος θα βρει να μου το στείλει
το θαλασσινό τριφύλλι.

Μια φορά στα χίλια χρόνια
κελαηδούν αλλιώς τ' αηδόνια.
Δε γελάνε μήτε κλαίνε,
μόνο λένε μόνο λένε.

Μια φορά στα χίλια χρόνια
γίνεται η αγάπη αιώνια.
Να 'χεις τύχη να 'χεις τύχη
κι η χρονιά να σου πετύχει.

Το θαλασσινό τριφύλλι ποιος
θα βρει να μου το στείλει.
Ποιος θα βρει να μου το στείλει
το θαλασσινό τριφύλλι.

Lord Byron
1788-1824
SHE WALKS IN BEAUTY LIKE THE NIGHT
She walks in beauty like the night
Of cloudless climes and starry skies,
And all that's best of dark and bright
Meet in her aspect and her eyes;
Thus mellowed to the tender light
Which heaven to gaudy day denies.
One ray the more, one shade the less
Had half impaired the nameless grace
Which waves in every raven tress
Or softly lightens o'er her face,
Where thoughts serenely sweet express
How pure, how dear their dwelling place.

And on that cheek and o'er that brow
So soft, so calm yet eloquent,
The smiles that win, the tints that glow
But tell of days in goodness spent
A mind at peace with all below,
A heart whose love is innocent.

Elizabeth Barrett Browning
(1806 - 1861)
HOW DO I LOVE THEE
How do I love thee?
Let me count the ways.
I love thee to the depth and breadth and height
My soul can reach, when feeling out of sight
For the ends of Being and ideal Grace.
I love thee to the level of everyday's
Most quiet need, by sun and candle-light.
I love thee freely, as men strive for Right;
I love thee purely, as they turn from Praise.
I love thee with a passion put to use
In my old griefs, and with my childhood's faith.
I love thee with a love I seemed to lose
With my lost saints, --- I love thee with the breath,
Smiles, tears, of all my life! --- and, if God choose,
I shall but love thee better after death.